Αντώνης Νταβανέλλος – Οι κρίσιμοι κόμβοι: Πολιτικές συμμαχίες, πραγματικό πρόγραμμα,ταξική αναφορά, κόμμα, κάνουν τη διαφορά μεταξύ ήττας και νίκης

Αντώνης Νταβανέλλος – 21.06.2025

Βαδίζοντας προς το 2015, στην Ελλάδα διαμορφωνόταν μια κατάσταση,
όχι πρωτοφανής, αλλά ούτε και συνηθισμένη, στην ιστορία του
εργατικού κινήματος και της Αριστεράς. Τη συνέθετε η σύμπτωση
πολλαπλών κρίσεων: Μια μεγάλη οικονομική κρίση που τράνταζε
συθέμελα τον ελληνικό καπιταλισμό, τμήμα μιας διεθνούς οικονομικής
κρίσης που τράνταζε συθέμελα όλες τις διεθνείς συμμαχίες του. Μια
ποιοτική άνοδος του εργατικού κινήματος και η συσπείρωση γύρω του
της μεγάλης πλειοψηφίας των αγωνιζόμενων λαϊκών μαζών, που όμως
δεν είχε φτάσει (ή δεν έχει φτάσει ακόμα) στην ανάδειξη μορφών
οργάνωσης της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών ικανών να θέσουν
το ζήτημα της επαναστατικής ανατροπής του καθεστώτος (σοβιέτ ή
άλλες εμβρυακές μορφές εργατικών συμβουλίων). Μια οξύτατη πολιτική
κρίση, με τη γρήγορη στροφή των μαζών προς τα αριστερά, την
κατεδάφιση της επιρροής των παραδοσιακών κυβερνητικών κομμάτων
και την αδυναμία συγκρότησης κυβερνητικού συνασπισμού των
καθεστωτικών δυνάμεων.

Η βασική διαφορά αυτής της κατάστασης με τον διάσημο ορισμό του
Λένιν για την επαναστατική κρίση, ήταν η αδυναμία (ή η καθυστέρηση)
στην ανάπτυξη οργανώσεων των μαζών, με πεδίο αναφοράς όχι τα
επιμέρους αμυντικά ή επιθετικά αιτήματά τους, αλλά σε σχέση με τη
συνολική κυβερνητική/κρατική εξουσία. Με αυτή την έννοια η
κατάσταση στην Ελλάδα ήταν σαφώς πιο μπροστά απ’ ό,τι σε κάθε άλλη
χώρα στην Ευρώπη, με την Ισπανία να ακολουθεί σε δεύτερη ταχύτητα,
αλλά ήταν επίσης πιο πίσω από άλλες προγενέστερες εμπειρίες, από την
κατάσταση στη Χιλή όπως διαμορφώθηκε με την έκρηξη της ταξικής
πάλης μετά την εκλογική νίκη του Αλιέντε (1970-73), ή πίσω από την
κατάσταση που διαμορφώθηκε στην Πορτογαλία μετά την ανατροπή της
δικτατορίας, τη διάσπαση του στρατού και την ανάπτυξη των
Εργοστασιακών Συμβουλίων και άλλων μεγάλων κοινωνικών
οργανώσεων των αγωνιζόμενων λαϊκών μαζών.

Κάθε ανάλογη κατάσταση είναι ασταθής, προσωρινή και δυναμική, είναι
προορισμένη να γύρει σύντομα και απότομα προς τα δεξιά ή τα αριστερά, ανάλογα με την εξέλιξη της ταξικής πάλης και τη δράση της οργανωμένης πολιτικής Αριστεράς.

Και γι’ αυτό κάθε ανάλογη κατάσταση φέρνει με ένταση στην επιφάνεια
τα κενά και τις αδυναμίες στη στρατηγική της οργανωμένης πολιτικής
Αριστεράς.

Η συζήτηση για την επαναστατική στρατηγική έχει υποχωρήσει μέσα
στην Αριστερά, ακόμα και στα τμήματά της που αυτοπροσδιορίζονται ως
επαναστατικά. Δεν ήταν πάντα έτσι. Στη δεκαετία του 1970, στο διεθνή
χώρο στα αριστερά των ΚΚ και της σοσιαλδημοκρατίας, με την αίσθηση
της πολιτικής επικαιρότητας και όχι μόνο της ιστορικής επικαιρότητας
της επανάστασης, αναπτύχθηκε μια πλούσια συζήτηση που κινούταν
μεταξύ διάφορων πόλων, είτε της διεκδίκησης μιας εξεγερτικής γενικής
απεργίας (πχ των οργανώσεων της τροτσκιστικής αναφοράς και της
μεγάλης ιταλικής άκρας Αριστεράς), είτε της προετοιμασίας για έναν
παρατεταμένο λαϊκό πόλεμο (κυρίως των λατινοαμερικάνικων
οργανώσεων που επηρεάστηκαν καθοριστικά από τον Τσε). Η
αντεπίθεση του κεφαλαίου και ο νεοφιλελεύθερισμός μετά τη δεκαετία
του 1980, απώθησαν στο περιθώριο αυτές τις «μεγάλες συζητήσεις»,
ακόμα και μέσα στο στελεχικό δυναμικό των οργανώσεων και κομμάτων,
όπως και στην πλειοψηφία της μαρξιστικής διανόησης. Η κριτική του
Μπερλίνγκουερ στον Αλιέντε (που κατηγορούσε τους Χιλιάνους ότι το
τράβηξαν πολύ μακριά και προκάλεσαν οι ίδιοι το πραξικόπημα)
οδήγησε το Ιταλικό ΚΚ στην απόσυρση από την πολιτική διεκδίκησης
μιας κυβέρνησης της Αριστεράς και στη στροφή στον ιστορικό
συμβιβασμό με τη Χριστιανοδημοκρατία. Μαζί με τις καταστροφικές
εμπειρίες των κυβερνήσεων της «πληθυντικής Αριστεράς», που
στηρίζονταν στη σύγκλιση μεταξύ των ΚΚ και της σοσιαλδημοκρατίας
στην περίοδο της σοσιαλφιλελεύθερης στροφής της, αυτά έθρεψαν την
απέχθεια μέσα στο ριζοσπαστισμό, ενάντια στον κυβερνητισμό γενικά.
Μόνο που έτσι, μαζί με τα βρώμικα νερά της αναγκαίας κριτικής στην
τάση για κυβερνήσεις σύγκλισης πάνω στη βάση του
σοσιαλφιλελευθερισμού, πετιόταν και το μωρό της εξίσου αναγκαίας
σύνδεσης μεταξύ των καθηκόντων της κάθε φορά συγκυρίας με το
ζήτημα της ανατροπής της υπαρκτής πολιτικής εξουσίας, το ζήτημα που
παραμένει η ψυχή κάθε στρατηγικής συζήτησης.

Στον 21 ο αιώνα, η υποχώρησε πήγε πιο μακριά. Μέσα στο
αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα κυκλοφορούσαν οι ιδέες των Χάλαγουεϊ
και Νέγκρι ότι «μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο χωρίς να πάρουμε
την εξουσία», αλλά και οι αντίστροφες του λατινοαμερικάνικου
ριζοσπαστικού «λαϊκισμού» που έστρεψε στον απόλυτο
εκλογοκεντρισμό και επιζητούσε «κινήματα» ταυτισμένα με ισχυρές
εκλογικές μηχανές και συνήθως υποταγμένα σε έναν ισχυρό ηγέτη-
σύμβολο της απόπειρας αλλαγής του κόσμου με το κέρδισμα των
εκλογών. Αυτή η ιδέα παραμένει στο κέντρο του θολού
«αντισυστημισμού» των ημερών μας.

Πλησιάζοντας στο 2015, ξεκινάγαμε όλοι τις αναζητήσεις από πολύ
χαμηλή βάση αφετηρίας. Σημαντικά νήματα συνέχειας είχαν κοπεί.

Υπήρξαν πολλαπλές αντιμετωπίσεις. Δεν κρίθηκαν μέσα από μια
πολιτική, οργανωτική και εκλογική δύναμη που προϋπήρχε. Θυμίζω ότι
στις περιφερειακές εκλογές του 2010, στην καθοριστική Αττική, δεν
καταγραφόταν κάποια ποιοτική και συντριπτική διαφορά δύναμης μεταξύ
του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ, ακόμα και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, και η όποια
υπεροχή καταγραφόταν ήταν με σαφήνεια υπέρ του ΚΚΕ.
Δοκιμάστηκε η προπαγανδιστική μέθοδος. Που συνδύαζε την αγωνιστική
εντιμότητα και την ακτιβιστική επάρκεια με την προπαγανδιστική
υποστήριξη του σοσιαλισμού και του επαναστατικού δρόμου. Δεν είχε
αποτελέσματα. Παραμένει έγκυρη η προειδοποίηση των κλασσικών ότι η
απόσταση ανάμεσα στο τρέχον επίπεδο εργατικής συνείδησης και την
απόφαση για σύγκρουση με τον τοίχο του καπιταλισμού, δεν καλύπτεται
μέσα από την (πάντα χρήσιμη) προπαγάνδα, αλλά μέσα από τη
συλλογική εμπειρία.

Δοκιμάστηκε η πολιτική παθητικότητα. Η τάση που λέει ότι αφού το
Κόμμα δεν είναι έτοιμο για σοβαρές ανατροπές, τίποτα σοβαρό δεν
παίζεται, τίποτα σοβαρό δεν συμβαίνει. Η στάση του ΚΚΕ στο
Δημοψήφισμα παραμένει παράδειγμα προς μελέτη. Για όσους δώσαμε τη
μάχη μέσα από την αριστερή πτέρυγα του ΣΥΡΙΖΑ, η κάθετη άρνηση
του ΚΚΕ στο ενδεχόμενο πολιτικής συμμαχίας των εργατικών κομμάτων
και οργανώσεων, ήταν το πιο ισχυρό «επιχείρημα» της δεξιάς πτέρυγας
και του Τσίπρα, από όλα όσα είχαμε να αντιμετωπίσουμε.

Υπήρχε λοιπόν άλλος δρόμος, άλλο συνεκτικό σύστημα ιδεών που θα
επέτρεπε να διεκδικήσουμε τη νίκη;

Ισχυρίζομαι ναι. Και αναφέρομαι στην παράδοση του Ενιαίου Μετώπου,
της μεταβατικής πολιτικής και της λογικής τους απόληξης (σύμφωνα με
τον Λένιν) που είναι η διεκδίκηση μιας κυβέρνησης της Αριστεράς.
Πρόκειται για τη μεγάλη συζήτηση του 3 ου και 4 ου συνεδρίου της
Κομιντέρν, που παρουσίασε ο Τάκης Μαστρογιαννόπουλος και
συμφωνώντας δεν θα επαναλάβω.

Για μια αναγκαία σύνοψη των συμπερασμάτων που πρέπει να κρατήσει
κανείς, θα παραθέσω ένα σύντομο απόσπασμα του σημαντικού
σύγχρονου μαρξιστή Πέρι Άντερσον. Είναι η κατακλείδα του βιβλίου
«Οι Αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι», όπου ο Άντερσον ισχυρίζεται ότι
η συζήτηση της Κομιντέρν για το Ενιαίο Μέτωπο είναι η τελευταία και
κορυφαία στρατηγική συζήτηση μέσα στην οργανωμένη κομμουνιστική
Αριστερά, και ότι το νήμα αυτό διαφυλάχθηκε κυρίως στις μετέπειτα
επεξεργασίες του Γκράμσι στην απομόνωση της φυλακής και του
Τρότσκι στην απομόνωση της εξορίας.

Λέει ο Πέρι Άντερσον:
«Η διεκδίκηση μιας νέας ελευθερίας, χωρίς προνόμια, πρέπει να αρχίσει
ΠΡΙΝ καταργηθεί δομικά το παλιό καθεστώς με την κατάκτηση του
κράτους. Το όνομα αυτής της αναγκαίας μερικής επικάλυψης είναι
ΔΥΑΔΙΚΗ ΕΞΟΥΣΙΑ. Οι τρόποι και τα μέσα εμφάνισής της –ΜΕ ή ΧΩΡΙΣ
την ύπαρξη μιας εργατικής κυβέρνησης στην εξουσία– αποτελούν το
κρίσιμο ενδιάμεσο πρόβλημα κάθε σοσιαλιστικής επανάστασης…

Συνεπώς η κεντρική προβληματική του Ενιαίου Μετώπου, η τελευταία
στρατηγική συμβουλή που έδωσε ο Λένιν στο δυτικό εργατικό κίνημα πριν
τον θάνατό του… διατηρεί όλη της την ισχύ και σήμερα. Δεν έχει ποτέ
ξεπεραστεί ιστορικά. Παραμένει επιτακτική η ανάγκη να κερδηθεί η
εργατική τάξη πριν να μπορέσει να γίνει λόγος να κερδηθεί η εξουσία. Τα
μέσα για την πραγματοποίηση αυτής της κατάκτησης –όχι των θεσμών του
κράτους, αλλά των συνειδήσεων των εργατών, αν και στο τέλος δεν θα
υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ των δύο– αποτελούν τα πρωτεύοντα θέματα
της ημερήσιας διάταξης κάθε πραγματικής σοσιαλιστικής στρατηγικής
σήμερα».

Τα μέσα για αυτήν την αναγκαία κατάκτηση είναι το Ενιαίο Μέτωπο, η
μεταβατική πολιτική, η διεκδίκηση της κυβερνητικής εξουσίας με τη
μορφή των εργατικών κυβερνήσεων, ή στη σύγχρονη γλώσσα των
κυβερνήσεων της Αριστεράς. Αυτά τα μέσα δεν είναι τακτικές επιλογές,
αλλά πυλώνες της αναγκαίας σύγχρονης στρατηγικής για την εργατική
σοσιαλιστική ανατροπή στις κοινωνίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού.
Δεν είναι τα μόνα στοιχεία, αλλά είναι αναντικατάστατα στοιχεία.

Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν πρόκειται για έτοιμη συνταγή που μας έχει
κληροδοτηθεί. Η φόρμουλα Ενιαίο Μέτωπο-Μεταβατική πολιτική-
Αξιοποίηση του πολιτικού αγώνα σε όλα του τα πεδία,
συμπεριλαμβανομένου του ζητήματος της κυβερνητικής εξουσίας σε
συνθήκες μη άμεσα επαναστατικές, περιλαμβάνει αλγεβρικά στοιχεία
που μπορούν να επιλυθούν μόνο με τη μέθοδο της συγκεκριμένης
ανάλυσης των συγκεκριμένων συνθηκών.

Ένα πρόσθετο μεγάλο εμπόδιο είναι οι διαφορές μεταξύ ιστορικών
περιόδων. Η Διεθνής εκτιμούσε τη δεκαετία του 1920 ως μια περίοδο
υποχώρησης, αλά σε σύγκριση με το κορυφαίο επαναστατικό κύμα που
είχε εξαπολύσει το 1917. Συγκρίνοντας όμως με το σήμερα τα πράγματα
είναι αλλιώς: το επίπεδο αγώνων, οργάνωσης, ιδεών, συνηθειών κλπ της
παγκόσμιας εργατικής τάξης είναι σε σημαντικά κατώτερο επίπεδο.
Ανάλογη είναι και η διαφορά στην εξέλιξη των εργατικών κομμάτων: τα
σημερινά κόμματα της Αριστεράς είναι κατά πολύ λιγότερο εργατικά και
κατά πολύ λιγότερο (συγκροτημένα) κόμματα σε σύγκριση με τα
ομόλογά τους της ιστορικής εποχής του 3 ου και 4 ου συνεδρίου της
Κομιντέρν, συμπεριλαμβανομένης της σοσιαλδημοκρατίας.

Όμως το πιο κρίσιμο ζήτημα είναι ότι η πολιτική του Ενιαίου Μετώπου
έχει προϋποθέσεις, που η παραβίασή τους οδηγεί σε ντροπιαστική ήττα.
Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτές τις προϋποθέσεις συγκεντρώθηκε η
προσοχή και οι συζητήσεις πριν, κατά και μετά το 4 ο συνέδριο της
Κομιντέρν, μέχρι το κλείσιμο της συζήτησης που προκάλεσε η κυριαρχία
του σταλινισμού. Ξεχωρίζω:

1.Το Ενιαίο Μέτωπο αφορά σχέσεις και πιθανές συμμαχίες αυστηρά
μεταξύ των εργατικών κομμάτων. Η ιδέα του «προοδευτισμού», δηλαδή
των συμμαχιών με αστικά δημοκρατικά ή αντιφασιστικά ή τάχα
αντιιμπεριαλιστικά κόμματα, είναι μετέπειτα κατασκευή, της εποχής των Λαϊκών Μετώπων, και δεν συνιστά απλή πολιτική διολίσθηση, αλλά στρατηγική μετατόπιση.

2.Η μεταβατική πολιτική, που συνδέεται με το αναγκαίο συγκεκριμένο
κάθε φορά μεταβατικό πρόγραμμα, έχει αρχή, αλλά και σαφή στόχο.
Ξεκινά από την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων και τείνει προς τη
συνολική σοσιαλιστική απελευθέρωση, περιγράφοντας τη μεταξύ των
δύο διαδρομή. Η κατάτμηση αυτής της διαδικασίας σε στάδια,
ανύπαρκτων ενδιάμεσων σταθμών ταξικής ισορροπίας και συμφιλίωσης,
είναι σοβαρό σφάλμα που πληρώθηκε στο παρελθόν, και θα πληρώνεται
πάντα, ακριβά.

3.Σε αυτό το πλαίσιο και η κυβέρνηση της Αριστεράς είναι μεταβατική,
έκτακτη και όχι πάγια επιλογή. Ο σημερινός ισχυρισμός των πρώην
κυβερνητικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ ότι κυβέρνησαν «με το πιστόλι στο
κρόταφο» είναι ένα σπάνιο αυτογκόλ. Η Αριστερά μπορεί να επιχειρήσει
να κυβερνήσει μόνο αν μπορεί να το κάνει ασκώντας αριστερή πολιτική,
δηλαδή τροποποιώντας τον ταξικό συσχετισμό προς όφελος των
εργαζομένων και σε βάρος των κυρίαρχων τάξεων. Σε κάθε άλλη
περίπτωση, η επιλογή της συνολικής και αποφασιστικής αντιπολίτευσης
είναι η μόνη έντιμη επιλογή. Η Νάντια Βαλαβάνη έχει δίκιο.

4.Το Ενιαίο Μέτωπο, η μεταβατική πολιτική και το ενδεχόμενο
κυβέρνησης της Αριστεράς, οφείλουν να έχουν σαφή ταξική αναφορά.
Στο έδαφος της παράδοσης της Κομιντέρν δεν υπάρχει χώρος για
διαταξικούς στόχους όπως το «να βγάλουμε τη χώρα από την κρίση» ή το
αθλιότερο «να διασφαλίσουμε την παραμονή της στην ευρωζώνη». Η
αναγγελία τέτοιων στόχων πολιτικής είναι πάντα προαναγγελία
συμβιβασμού με τον αντίπαλο, που οδηγεί σε παραλυτικές ήττες.
Σε αυτά τα ζητήματα κρίθηκε η άνοδος αλλά και η πολιτική κατάρρευση,
χωρίς μάχη, του ΣΥΡΙΖΑ.

Στην πρώτη φάση, η υιοθέτηση κάποιων μεγάλων μεταβατικών στόχων
που ταίριαζαν με τις ανάγκες των μαζών, το κάλεσμα για ενότητα δράσης
της Αριστεράς (από την Αριστερά της Αριστεράς ως την αντιμνημονιακή
σοσιαλδημοκρατία) που ταίριαζε με την παράδοση του Ενιαίου
Μετώπου, και το σύνθημα για μια κυβέρνηση της Αριστεράς που
ταίριαζε με τις πλατιές διαθέσεις ανατροπής της κυβέρνησης Σαμαρά- Βενιζέλου, ήταν η βάση της πολιτικής και κατόπιν της εκλογικής εκρηκτικής ανάπτυξης του ΣΥΡΙΖΑ.

Στο εσωτερικό του υπήρξε επίγνωση για τα κενά και τις αντιφάσεις στο
πώς η ηγετική πλειοψηφία κατανοούσε αυτόν τον προσανατολισμό, κενά
και αντιφάσεις που άφηναν ορθάνοιχτο το ενδεχόμενο μιας ταχύτατης
υποχώρησης, της συνθηκολόγησης και της «κωλοτούμπας». Η μάχη αυτή
έχει υποτιμηθεί. Στη δημόσια ρήξη του 2010 (μετά την υποψηφιότητα
Αλαβάνου στην Αττική) υπήρξε και χάθηκε η δυνατότητα άλλων
πολιτικών συνθέσεων ενόψει των επερχόμενων δοκιμασιών, πέρα από
την «επανεκκίνηση» του ΣΥΡΙΖΑ. Το 2013, στο ιδρυτικό συνέδριο του
ΣΥΡΙΖΑ, ένα μεγάλο τμήμα της βάσης και του στελεχικού δυναμικού
απάντησε στην απαίτηση του Τσίπρα για «αδιαμεσολάβητη» αρχηγική
αυτοδυναμία με την οργανωμένη συγκρότηση της αριστερής πτέρυγας.
Το 2015 ένα μεγάλο τμήμα της βάσης, κοντά στο 50% των μελών και
στελεχών, επέλεξε τον άμεσο διαχωρισμό, αντιδρώντας πολύ πιο
γρήγορα και αποφασιστικά σε σύγκριση πχ με τις διεργασίες στο
βραζιλιάνικο PT, όπου μπαρουτοκαπνισμένοι αγωνιστές και
δοκιμασμένες στην δράση οργανώσεις, χρειάστηκαν χρόνια για να
διαχωριστούν τελικά από τον σοσιαλφιλελεύθερο εκφυλισμό του Λούλα.

Εδώ χρειάζομαι μια πρόσθετη αναφορά στον Μανώλη Γλέζο. Γιατί στο
συνέδριο του 2013 αυτός ο έμπειρος αγωνιστής πρόσθεσε στις
προϋποθέσεις που προανάφερα, μια ακόμα: την υπεράσπιση της
συλλογικότητας στην πολιτική λειτουργίας, προειδοποιώντας ότι η
αρχηγοκεντρική αντίληψη οδηγεί στην ήττα.

Σε αυτά τα ζητήματα κρίθηκε η εμπειρία ΣΥΡΙΖΑ. Η ήττα κρίθηκε στο
πώς η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε να κυβερνήσει και όχι στο αν
έπρεπε να επιχειρήσει. Τα ζητήματα των πολιτικών συμμαχιών, του
πραγματικού προγράμματος, της ταξικής αναφοράς, και της λειτουργίας
του κόμματος ήταν τα αποφασιστικά, μεταξύ μιας πιθανής νίκης και μιας
διαλυτικής ήττας.

Αλλά αυτά είναι ήδη ζητήματα της επόμενης συζήτησής μας.