Δημήτρης Κατσορίδας

Από το απεργιακό κύμα (2010-2012) στην κυβερνητική ανάθεση και την κινηματική αφλογιστία (2015)

1. Η απεργιακή δραστηριότητα της περιόδου 2010-15(1)

Από τις 8 Μαΐου 2010, που υπογράφηκε το 1ο Μνημόνιο και εγκαινιάστηκε μία πολιτική λιτότητας χωρίς προηγούμενο (κατάργηση 13ου και 14ου μισθού για δημόσιους υπαλλήλους, περικοπές στα επιδόματά τους Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας, κατάργηση 13ης και 14ης σύνταξης για συνταξιούχους κάτω των 60 ετών, εισαγωγή εισφοράς αλληλεγγύης, αύξηση ΦΠΑ από 19% σε 21%, απελευθέρωση απολύσεων και μείωση αποζημιώσεων, διευκόλυνση για συμβάσεις εργασίας εκτός συλλογικών συμβάσεων, κ.λπ.) μέχρι την ψήφιση του 2ου Μνημονίου στις 13 Φεβρουαρίου 2012 και την ψήφιση στις 7 Νοεμβρίου, του ίδιου έτους, του πολυνομοσχέδιου που περιλάμβανε νέα σκληρά μέτρα λιτότητας (περικοπές σε μισθούς, συντάξεις, αύξηση ορίων συνταξιοδότησης στα 67 έτη, κ.λπ.),(2) εκτυλίχθηκε μέχρι το τέλος του 2012,  μια αντιμνημονιακή κινητοποίηση, που κατάφερε να επιφέρει δραματικές αλλαγές στο κομματικό σύστημα και η οποία αποτελούνταν από μεγάλες γενικές πανελλαδικές απεργίες, διαδηλώσεις και συγκεντρώσεις.

Συγκεκριμένα, από τότε που άρχισαν να εφαρμόζονται τα Μνημόνια, μέχρι τα τέλη του 2015, έγιναν από τη ΓΣΕΕ, 20 εικοσιτετράωρες και 4 σαρανταοκτάωρες απεργίες. Συνολικά 28 εικοσιτετράωρες πανελλαδικές απεργίες, εκ των οποίων οι 19 μεταξύ των ετών 2010-12. Εδώ να διευκρινίσουμε ότι στις απεργίες της ΓΣΕΕ δεν έχουμε υπολογίσει τις πρωτομαγιάτικες απεργίες, οι οποίες είναι θεσμοθετημένες έτσι και αλλιώς, καθώς επίσης τις στάσεις εργασίας και τα συλλαλητήρια διαμαρτυρίας. Βέβαια, αυτές οι  μορφές κινητοποιήσεων έχουν ληφθεί υπόψη στις εμπειρικές έρευνες του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ-ΓΣΕΕ). Επίσης, όπως φαίνεται από τον πίνακα 1 και το διάγραμμα 1 του Παραρτήματος,  όταν μιλάμε για «Σύνολο Συμβάντων» εννοούμε τις απεργίες, τις στάσεις εργασίας, τις  καταλήψεις χώρων εργασίας, τα συλλαλητήρια κ.λπ. Όμως, και εδώ, έχουν γίνει οι απαραίτητοι διαχωρισμοί, ώστε να δούμε όσο καλύτερα γίνεται την εξέλιξη των απεργιών. Έτσι, από το «Σύνολο των Συμβάντων», ξεχωρίζουμε την εξέλιξη των απεργιακών κινητοποιήσεων με βάση τα εμπειρικά στοιχεία του ΙΝΕ, ενώ επίσης έχουμε λάβει υπόψη και τις 24ωρες απεργίες που προκήρυξε η ΓΣΕΕ. 

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα στοιχεία που επεξεργάζεται το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ(3) προκύπτει πως μέχρι το 2012 είχαμε ένα μεγάλο απεργιακό κύμα, σχεδόν σε όλους τους τομείς (ιδιωτικός τομέας, Κοινή Ωφέλεια, δημόσιος τομέας). Στον ιδιωτικό τομέα είχαμε ένταση των αγώνων κυρίως στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στη Χαλυβουργία και τους ναυτεργάτες. Στο στενό δημόσιο τομέα αναπτύχθηκαν απεργίες κυρίως στο χώρο της υγείας και της αυτοδιοίκησης, ενώ από το χώρο της Κοινής Ωφέλειας στα μέσα μαζικής μεταφοράς και στα ΕΛΠΕ. Από εκεί και έπειτα, με την επικράτηση των μνημονίων και την ήττα του συνδικαλιστικού κινήματος, έχουμε μια συνεχή κάμψη των εργατικών αγώνων. Η υποχώρηση αυτή, αν και αφορά όλους τους τομείς, ωστόσο δεν τους αφορά στον ίδιο βαθμό ούτε συμπίπτει χρονικά. Στον ιδιωτικό τομέα η υποχώρηση υπήρξε άμεση και συνεχής, ενώ στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (Κοινή Ωφέλεια) ασυνεχής. Αντιθέτως, ο δημόσιος τομέας επέδειξε μεγαλύτερη αντοχή, όσον αφορά το μερίδιό του στο σύνολο των εργατικών κινητοποιήσεων (πίνακας 2, διάγραμμα 2).

Με βάση την επεξεργασία των προαναφερθέντων στοιχείων καταδεικνύεται με ξεκάθαρο τρόπο η ύπαρξη μιας αρχικής φάσης ανόδου μεταξύ 2011 και 2012, που υπήρξε κλιμάκωση και μιας ακόλουθης φάσης καθόδου και υποχώρησης της απεργιακής  δυναμικής κατά τα έτη 2013 και 2015. Επίσης, προκύπτει ότι η απεργιακή δράση μειώνεται την ίδια στιγμή που αυξάνεται η ανεργία και μειώνεται η απασχόληση των μισθωτών. Και εδώ κομβικό σημείο είναι πάλι το έτος 2012, στο οποίο τέμνονται όλες οι μεταβλητές, ενώ από εκεί και μετά υπάρχουν μεγάλες αποκλίσεις (πίνακας 1, διάγραμμα 1.

Η υπόθεση περί της ύπαρξης δύο διακριτών φάσεων στο πλαίσιο των αντιμνημονιακών κινητοποιήσεων, μπορεί να τεκμηριωθεί μέσω της ανάλυσης του Πίνακα 3, ο οποίος αποτυπώνει τις μορφές συλλογικής δράσης των εργαζομένων. Τόσο οι κινητοποιήσεις απεργιακού χαρακτήρα (όπως η απεργία, η στάση εργασίας, η επίσχεση εργασίας) όσο και οι μη απεργιακές ενέργειες παρεμποδιστικής δράσης (όπως οι καταλήψεις κυρίως δημοσίων κτιρίων, οι συγκεντρώσεις, η περιφρούρηση απεργιών στον ιδιωτικό τομέα, κ.λπ.) παρουσιάζουν κορύφωση κατά τα έτη 2011 και, κυρίως, 2012. Αντιθέτως, κατά την περίοδο 2013-2014, αλλά και το 2015 παρατηρείται αισθητή υποχώρηση της απεργιακής δραστηριότητας, η οποία τείνει να υποκαθίσταται από λιγότερο δαπανηρές και οργανωτικά απαιτητικές μορφές κινητοποίησης.

Ένα τελευταίο στοιχείο που καταδεικνύει την αλλαγή δυναμικής είναι η μαζικότητα των πανελλαδικών απεργιακών κινητοποιήσεων, οι οποίες αποτέλεσαν την αιχμή του δόρατος της αντιμνημονιακής καμπάνιας. Κατά τα έτη 2010-2012 οι διαδηλωτές ξεπέρασαν τις 50.000 σε 17 τουλάχιστον περιπτώσεις μεγάλων συμβάντων διαμαρτυρίας, 12 εκ των οποίων συνδέονταν με πανελλαδική γενική απεργία. Το γεγονός αυτό δεν επαναλήφθηκε καμία φορά κατά τα έτη 2013-2014. Χαρακτηριστικά, αναφέρουμε ότι οι μεγαλύτερες διαδηλώσεις την ημέρα των γενικών απεργιών από το 2013 και μετά, που άρχισε η κάμψη, είχαν 30-40.000 άτομα (20-2-2013), 20.000 (9-4-2014) και 25-30.000 (27-11-2014). Όμως, σε καμία περίπτωση δεν προσέγγισαν τα νούμερα των διαδηλωτών στις μεγάλες αντιμνημονιακές πορείες μέχρι το τέλος του 2012, όπου προσέγγιζαν ή και ξεπερνούσαν τις 100.000.(4) 

Ένα τμήμα του κινηματικού χώρου διατυπώνει την άποψη ότι η στάση των τριτοβάθμιων συνδικαλιστικών οργανώσεων, δηλαδή της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ, κατά τα έτη 2013 και 2014 δεν υπήρξε ιδιαίτερα συγκρουσιακή έναντι της εφαρμοζόμενης κυβερνητικής πολιτικής, ιδιαίτερα σε σχέση με τις απαιτήσεις της περιόδου απέναντι στα σκληρά μέτρα λιτότητας που επιβλήθηκαν στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων και τις κοινωνικές πιέσεις που αναδύονταν. Ωστόσο, η στάση αυτή δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένη από το γενικότερο κοινωνικό και πολιτικό κλίμα της εποχής. Πιο συγκεκριμένα, όλα δείχνουν ότι η περιορισμένη δυναμική των συνδικαλιστικών παρεμβάσεων σχετίζεται, σε μεγάλο βαθμό, με την φθίνουσα διάθεση της κοινωνικής βάσης να ανταποκριθεί σε νέα καλέσματα για απεργιακές κινητοποιήσεις, όπως θα δούμε παρακάτω. Η κόπωση από τις συνεχόμενες, αλλά εν πολλοίς αναποτελεσματικές κινητοποιήσεις της προηγούμενης περιόδου, η αυξανόμενη ανασφάλεια των εργαζομένων και η διάχυτη αίσθηση αδιεξόδου, συνέβαλαν στον περιορισμό της συμμετοχής και στην αποδυνάμωση της απεργιακής δράσης. Έτσι, ακόμη κι αν οι ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ επιθυμούσαν μια πιο επιθετική στρατηγική, η κοινωνική πραγματικότητα λειτουργούσε ανασταλτικά.

Από την άλλη πλευρά, η αριστερή αντιπολίτευση επέκρινε την πλειοψηφία των συνδικάτων για «κυβερνητικό συνδικαλισμό», κατηγορώντας τις ηγεσίες τους για έλλειψη αγωνιστικής διάθεσης. Αν και αυτές οι κατηγορίες είναι δικαιολογημένες έως ένα βαθμό, εντούτοις δεν τεκμηριώνονται επαρκώς ως προς τη διαφοροποίηση μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης περιόδου της κρίσης.(5) Αυτό διότι, κατά τα συγκεκριμένα έτη, η γενική στάση της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό σταθερή και άρα δεν παρατηρείται σημαντική μεταβολή στη στρατηγική τους ή στον βαθμό αντιπαράθεσης με την πολιτική εξουσία. Επομένως, οι κατηγορίες περί κυβερνητικού συνδικαλισμού θα πρέπει να αξιολογούνται συνολικά, με βάση τη διαχρονική συμπεριφορά των οργανώσεων, και όχι αποσπασματικά ή με έμφαση σε μία μόνο περίοδο.

2. Αιτίες της κάμψης των απεργιακών αγώνων(6)

Όπως προκύπτει από τις σχετικές μελέτες του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, το έτος 2012 αποτελεί σημείο καμπής στην εξέλιξη των απεργιακών αγώνων. Μέχρι τότε, η εργατική τάξη και τα συνδικάτα κατέβαλαν προσπάθειες να διαφυλάξουν τις κατακτήσεις τους, οι οποίες ανατράπηκαν με την εφαρμογή των Μνημονίων. Από εκείνο το χρονικό σημείο και έπειτα, και εξαιτίας των αποτυχιών και της ήττας που υπέστη το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα, ο κόσμος της εργασίας εναπόθεσε τις ελπίδες του στο πολιτικό πεδίο, αναδεικνύοντας τον ΣΥΡΙΖΑ σε βασικό εκφραστή του αντιμνημονιακού μπλοκ. 

Μία από τις αιτίες που πρόβαλε ένα τμήμα της αριστεράς για να ερμηνεύσει τη μειωμένη συμμετοχή των εργαζομένων στις κινητοποιήσεις ήταν η λεγόμενη «λογική της ανάθεσης». Πράγματι, ένα σημαντικό μέρος των εργαζομένων φαίνεται να υιοθέτησε αυτήν τη στάση, επιλέγοντας να μην συμμετέχει ενεργά στο συνδικαλιστικό πεδίο, με στόχο να αποφύγει το κόστος σε χρόνο και εισόδημα και να αναθέσει μέσω της ψήφου του την εκπροσώπησή του. Κατά συνέπεια, η αποκλιμάκωση των απεργιακών αγώνων οφείλεται, έως έναν βαθμό, στις προσδοκίες που καλλιέργησε η άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ, αρχής γενομένης από τις βουλευτικές εκλογές του 2012, όταν αναδείχθηκε σε αξιωματική αντιπολίτευση, έως τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, οπότε και ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, με βασική του δέσμευση την κατάργηση των Μνημονίων, την επαναφορά των εργασιακών δικαιωμάτων και την αντιστροφή της οικονομικής ύφεσης, ανεξαρτήτως του μετέπειτα συμβιβασμού του.

Ωστόσο, πέρα από τον παράγοντα της «λογικής της ανάθεσης», υπήρξαν και άλλοι λόγοι που συνέβαλαν στη μειωμένη κινητοποίηση των εργαζομένων. Σε γενικές γραμμές, αυτοί περιλαμβάνουν τις αλλεπάλληλες τακτικές ήττες που υπέστη η εργατική τάξη εξαιτίας της εφαρμογής των Μνημονίων, τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας, την εντεινόμενη εργασιακή επισφάλεια και ανασφάλεια, καθώς και τις χρόνιες παθογένειες του συνδικαλιστικού κινήματος. Οι τελευταίες εκδηλώνονται με διάφορους τρόπους, όπως ο οργανωτικός κατακερματισμός λόγω της πληθώρας συνδικάτων, η έντονη παραταξιοποίηση, οι γραφειοκρατικές παραμορφώσεις, ο γερασμένος χαρακτήρας τους, η αδυναμία ενσωμάτωσης της νεότερης γενιάς μισθωτών και των γυναικών, η τάση ενσωμάτωσης σε κρατικούς διαχειριστικούς θεσμούς, οι πελατειακές σχέσεις ιδιαίτερα στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και εσωτερικοί διαχωρισμοί και δίπολα στο εσωτερικό της εργατικής τάξης, που συμβάλουν στην άμβλυνση της ταξικής συνείδησης. Επιπρόσθετοι, σημαντικοί ανασταλτικοί παράγοντες της μειωμένης κινητοποίησης υπήρξαν η φυσική και οικονομική κόπωση των κινητοποιούμενων, η αίσθηση ότι δεν υπάρχουν απτά αποτελέσματα από τις συλλογικές δράσεις, η διάχυτη απογοήτευση και απόσυρση, η έλλειψη σαφών στόχων και ηγεσίας στο συνδικαλιστικό επίπεδο, κ.λπ.

Εδώ, βέβαια, είναι αναγκαίο να επισημάνουμε πως ενώ οι απεργίες συνιστούν ένα βασικό στοιχείο της ταξικής πάλης, εντούτοις όλοι οι ταξικοί αγώνες δεν σημαίνουν, κατ’ ανάγκη, και απεργίες. Ενδιάμεσα, μπορεί να υπάρξει αναμονή, συζητήσεις (με όλα τα διαθέσιμα μέσα), διαπραγματεύσεις, προώθηση αιτημάτων με κάθε τρόπο, εξάσκηση πιέσεων μέσω της νομοθετικής οδού, επεξεργασία θέσεων, ανάπτυξη νέων συμμαχιών, ανασύνταξη των δυνάμεων κ.λπ. 

3. Η μετατόπιση προς την πολιτική ανάθεση στον ΣΥΡΙΖΑ

Η κυβερνητική προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ επηρέασε αδιαμφισβήτητα τη συνολική κινηματική δραστηριότητα της περιόδου. Σε μια συγκυρία όπου οι εργαζόμενοι και τα συνδικάτα, παρά τη μαζικότητα και τη διάρκεια των αγώνων τους, δεν κατόρθωσαν να αναχαιτίσουν τις πολιτικές των Μνημονίων, πολλοί στράφηκαν στην εκλογική διαδικασία ως εναλλακτικό μέσο διεκδίκησης. Με άλλα λόγια, ό,τι δεν κατέστη δυνατό να επιτευχθεί «από τα κάτω» μέσω των απεργιών και των μαζικών κινητοποιήσεων, επιδιώχθηκε «από τα πάνω» μέσω της ανάδειξης ενός κόμματος με ριζοσπαστική ρητορική στην εξουσία.

Επιπλέον, η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν απλώς μια συγκυριακή επιτυχία, αλλά ενσωμάτωνε βαθύτερες κοινωνικές και πολιτικές δυναμικές. Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να βρεθεί στο επίκεντρο των διαχωριστικών γραμμών που χαράχτηκαν την περίοδο των Μνημονίων, εκπροσωπώντας τον βασικό πόλο συσπείρωσης των αντιμνημονιακών δυνάμεων. Κατά συνέπεια, βρέθηκε πιο κοντά στα κοινωνικά στρώματα που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο των κινητοποιήσεων, κυρίως τη μάζα των εργαζομένων, των ανέργων και των νεότερων ηλικιών που επλήγησαν περισσότερο από την κρίση. Αυτός ο πολιτικός συσχετισμός ενίσχυσε τη μετατόπιση της προσδοκίας από την κοινωνική σύγκρουση προς την πολιτική εκπροσώπηση και τροφοδότησε τη μετατόπιση του αγωνιστικού δυναμικού από τον δρόμο στην κάλπη. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό δεν αποτελεί πρωτοφανές φαινόμενο στην ιστορία του εργατικού κινήματος. Παρόμοιο παράδειγμα μπορεί να εντοπιστεί στην περίοδο 1980-81, όταν, ενόψει της εκλογικής νίκης του ΠΑΣΟΚ και της επικείμενης ανάληψης της διακυβέρνησης, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Οκτώβριο του 1981, παρατηρήθηκε αισθητή κάμψη της απεργιακής δραστηριότητας.(7) Και τότε, ένα μεγάλο μέρος του κόσμου της εργασίας προέβη σε έναν είδος πολιτικής «αναμονής», ελπίζοντας ότι η νέα κυβέρνηση θα υλοποιήσει μεταρρυθμίσεις προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων, περιορίζοντας έτσι την ανάγκη για μαζική πίεση από τα κάτω.

Κατά συνέπεια, η υποχώρηση της κινηματικής έντασης δεν πρέπει να ιδωθεί απλώς ως αποδυνάμωση του κοινωνικού αγώνα, αλλά και ως αποτέλεσμα μιας μετατόπισης της συλλογικής προσδοκίας από τον δρόμο προς την κάλπη, από τη σύγκρουση προς την πολιτική αλλαγή μέσω θεσμικών οδών.

Γενικά, οι εκλογικοί κύκλοι και οι κύκλοι διαμαρτυρίας αλληλοσχετίζονται. Έτσι, οι εργαζόμενοι καταφεύγουν στη μία ή την άλλη μορφή δράσης ανάλογα με το ποια είναι πιο πρόσφορη. Όμως, επειδή οι περισσότεροι πολίτες είναι γαλουχημένοι με την ιδέα ότι οι εκλογές είναι ο κατεξοχήν μηχανισμός μέσω του οποίου αλλάζουν τα πράγματα, γι’ αυτό λειτουργούν με αναθετική λογική. Μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015 ακολούθησε, κατά γενική ομολογία στάση ανακούφισης, αναμονής, ελπίδας και ανοχής. Κάτι τέτοιο δεν πρέπει να μας προξενεί εντύπωση, καθώς μεταξύ θεσμικής και κινηματικής πολιτικής δεν υπάρχει παρά μια ασαφής και διαπερατή διαχωριστική γραμμή.(8)  

Μετά το δημοψήφισμα του Ιουλίου 2015 και τη μεταστροφή του ΣΥΡΙΖΑ με την υπογραφή του 3ου Μνημονίου, κοινός τόπος είναι ότι οι προσδοκίες που είχαν γεννηθεί με την άνοδό του στην κυβέρνηση, τον Ιανουάριο του 2015, είχαν σε κρίσιμο βαθμό εξανεμισθεί, υπήρχε γενικευμένη απογοήτευση, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ επανεξελέγη ως «το λιγότερο κακό». Έτσι, η αποκλιμάκωση των κινητοποιήσεων συνεχίστηκε αμείωτη και το 2015. Επιπρόσθετα, στο εσωτερικό του επίσημου συνδικαλιστικού κινήματος, όπως και στην κοινωνία, δεν υπήρχε δυναμική για μια εναλλακτική πορεία εκτός Ευρωζώνης και ΕΕ και αυτό αποτυπώθηκε και στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2025. 

4. Από την ανάθεση στην συνθηκολόγηση

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την κυβέρνηση στις 25 Ιανουαρίου 2015, το διεθνές και εσωτερικό περιβάλλον χαρακτηριζόταν από οικονομικές, γεωπολιτικές και κοινωνικές προκλήσεις και η χώρα βρισκόταν σε χρεοκοπία και σε ένα αυστηρό πρόγραμμα επιτήρησης από την Τρόικα. H εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ συμβόλιζε μια ευρύτερη αλλαγή στην πολιτική σκηνή, διότι τίθετο υπό αμφισβήτηση το κατεστημένο, αποδοκιμάστηκε η νεοφιλελεύθερη πολιτική λιτότητας, ενώ το εκλογικό αποτέλεσμα προκάλεσε μια πρωτοφανή πολιτική και κοινωνική συσπείρωση γύρω από τη νέα κυβέρνηση. Η διάρκεια αυτής της συσπείρωσης κράτησε έξι μήνες(9) και έληξε απότομα με την αθέτηση των προεκλογικών στόχων της και με την υπογραφή του 3ου Μνημονίου, ενώ ο λαός και η Αριστερά υπέστησαν μια μεγάλη ήττα.

Κανείς και καμία δεν παραγνωρίζει το γεγονός ότι μια αριστερή κυβέρνηση είναι υποχρεωμένη να λαμβάνει υπόψη της το εσωτερικό και διεθνές περιβάλλον, το οποίο ήταν δυσμενές. Ωστόσο, η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε επεξεργαστεί καμία στρατηγική σύγκρουσης ούτε επιχείρησε να εφαρμόσει εναλλακτικά σχέδια ούτε καν μεταρρυθμιστικά. Υποτίμησε το γεγονός ότι η Τρόικα προσήλθε στη διαπραγμάτευση με στόχο την επιβολή των ταξικών της συμφερόντων, δηλαδή με στρατηγική σύγκρουσης, σε αντίθεση με τον ΣΥΡΙΖΑ, που προσήλθε με διάθεση συναίνεσης, με συνέπεια να μην έχει προετοιμαστεί -έστω στοιχειωδώς- για το ότι η άρχουσα τάξη δεν είχε καμία πρόθεση να λάβει ούτε τα βασικά μέτρα κοινωνικής πολιτικής.(10) 

Οι ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του πρώτου εξαμήνου του 2015, έγκεινται στο ότι έμεινε μόνο στην «λογική της ανάθεσης» και ότι δεν ανέλαβε την προσπάθεια να ενεργοποιήσει και να κινητοποιήσει την κοινωνία, να οργανώσει τα επιμέρους κινήματα, να διαμορφώσει συσχετισμούς στην κοινωνία των πολιτών (συνδικάτα, αυτοδιοίκηση, νεολαία, κ.λπ.) και να δώσει στα μέλη του περιθώρια συμμετοχής στη διεύθυνση του κόμματος. Περιορίστηκε μόνο στη διαχείριση του κράτους. Δεν μπήκε καν στη διαδικασία ή έστω στον πειρασμό να λειτουργήσει ανταγωνιστικά προς το σύστημα και να επιφέρει δυσλειτουργίες στο αστικό κράτος, ως ο μόνος τρόπος να μην αφομοιωθεί από αυτό, δίνοντας και ένα μήνυμα στην κοινωνία ως προς τις προθέσεις του. Η συνέπεια ήταν να μη φτάσει ποτέ σε ριζοσπαστικές τομές.(11)

Όμως, η σχέση μιας αριστερής κυβέρνησης με τα κοινωνικά κινήματα έχει και μια άλλη όψη. Είναι η διάσταση που υποδεικνύει πως και τα ίδια τα κινήματα οφείλουν να επιτελέσουν τον ρόλο τους. Διότι, ενώ μία ερμηνεία της «λογικής της ανάθεσης» είναι η αδράνεια, η ακινησία και η απουσία δυναμικών διεκδικήσεων, η άλλη εκδοχή είναι ότι τα εργατικά δικαιώματα κατακτώνται κυρίως μέσα από κινητοποιήσεις απέναντι στο κράτος και τους εργοδότες, ανεξαρτήτως της πολιτικής ταυτότητας της εκάστοτε κυβέρνησης, πόσο μάλλον όταν αυτή δηλώνει φιλικά διακείμενη! Αντιθέτως, το εργατικό-συνδικαλιστικό κίνημα ετεροκαθορίστηκε για άλλη μία φορά, το 2015, ξανά με τη λογική της ανάθεσης («τακτοποιήστε εσείς το ζήτημα, σκίστε τα Μνημόνια, αλλά χωρίς μαζικές συνελεύσεις και χωρίς μαχητικές απεργίες ή διαδηλώσεις»). Ταυτόχρονα, οι πολιτικοί φορείς της άλλης αριστεράς (ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ) -και τούτο αποτελεί τη δυσμενέστερη εκδοχή- παρέμειναν σε αναμονή μιας ταχείας υποχώρησης ή συνθηκολόγησης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, προσβλέποντας στην επιβεβαίωση και δικαίωση της δικής τους πολιτικής γραμμής («εμείς τα λέγαμε») και έτσι, υποτίθεται να αναδειχθεί η ορθότητα των υπερεπαναστατικών τους θεωρήσεων περί του αδιεξόδου του δημοκρατικού δρόμου προς τον σοσιαλισμό, με την επωδό της σοσιαλιστικής επανάστασης σε ένα αόριστο επέκεινα. Σαν να ήταν αυτό το επίδικο σε μια συνθήκη ολομέτωπης επίθεσης του ευρωπαϊκού κεφαλαίου και των ελίτ εις βάρος της ελληνικής εργατικής τάξης διαμέσου της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.(12) Υπό αυτό το πρίσμα, είναι αναγκαίος και ο αναστοχασμός των δρώντων κοινωνικών και πολιτικών υποκειμένων αναφορικά με τη στάση τους κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015. 

Εν κατακλείδι, αυτό που χρειαζόταν να γίνει είναι δυο αλληλοσυμπληρούμενες κινήσεις. Αφενός, οι όποιες συλλογικές διεκδικήσεις να μην «αναμένονται», αλλά να διεκδικούνται, όπως ακριβώς γίνεται εκατό και πλέον χρόνια σε όλο τον κόσμο και στην Ελλάδα. Αφετέρου, μια κυβέρνηση της Αριστεράς αυτό που θα έπρεπε άμεσα να κάνει είναι να βρει πολύ γρήγορα το κέντρο βάρους της στις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και αν δεν υπάρχουν τέτοιες να επιχειρήσει μέσω ενεργοποίησης του λαϊκού παράγοντα να δημιουργηθούν, προωθώντας τις λαϊκές συνελεύσεις, τα συμβούλια εργαζομένων που θα ασκούν εργατικό έλεγχο στην παραγωγή κ.λπ., καθώς νέες μορφές κοινωνικής οικονομίας στο πλαίσιο ενός σχεδιασμένου δημοκρατικού προγραμματισμού. Στην αντίθετη περίπτωση, μια κυβέρνηση στης Αριστεράς είτε θα βουλιάξει είτε θα γίνει όμηρος των αστικών θεσμών, σύμφωνα με τον F. Sabado,(13) όπως και έγινε. Από εκεί και μετά η πορεία είναι γνωστή…

Υποσημειώσεις

(1) Το εν λόγω κεφάλαιο στηρίχτηκε σε προγενέστερα κείμενά μας. Για περισσότερα βλ. Δ. Κατσορίδας: α) «Απεργιακοί αγώνες και ανεργία», εφ. Εργατική Αριστερά, 26-10-2016, φύλλο Νο 370, β) «Απεργίες, απασχόληση και ανεργία», στη μελέτη: Το απεργιακό φαινόμενο στην Ελλάδα. Καταγραφή των απεργιών κατά το 2015-2016, επιμέλεια: Δ. Κατσορίδας, στη σειρά Μελέτες/Τεκμηρίωση  47, έκδοση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, Αθήνα 2017, σελ.49-53. γ) «Απεργιακοί αγώνες και ανεργία την εποχή των μνημονίων», ηλεκτρονικό περιοδικό Marginalia, 4-10-2018, https://marginalia.gr/arthro/apergiakoi-agones-kai-anergia-tin-epochi-ton-mnimonion/, και δ) το βιβλίο, Το Εργατικό Ζήτημα, έκδοση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, Αθήνα [2020], σελ. 199-209.

(2) Σχετικά με τα δύο πρώτα μνημόνια βλ. Δ. Κατσορίδας, Το Εργατικό Ζήτημα, ό.π., σελ. 189-193.

(3) Για περισσότερα βλ., Το απεργιακό φαινόμενο στην Ελλάδα, τις μελέτες 37, 38, 41, 45, 47, των ετών 2011, 2012, 2013, 2014, 2015-16, έκδοση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, Αθήνα.

(4) Τα στοιχεία αναφέρονται στο Δ. Παπανικολόπουλος, «Η δυναμική των εργατικών κινητοποιήσεων την εποχή των μνημονίων. Από την παλίρροια στην άμπωτη», στη μελέτη με τίτλο, Το απεργιακό φαινόμενο στην Ελλάδα. Καταγραφή των απεργιών κατά το 2014, συντονιστής: Γ. Κουζής, στη σειρά Μελέτες/Τεκμηρίωση Νο 45, έκδοση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, Αθήνα 2015, σελ. 29.

(5) Δ. Παπανικολόπουλος, «Η δυναμική των εργατικών κινητοποιήσεων την εποχή των μνημονίων. Από την παλίρροια στην άμπωτη», ό.π., σελ. 31.

(6) Και αυτό το κεφάλαιο στηρίχτηκε στα κείμενα που αναφέραμε στην υποσημείωση 1.

(7) Βλ. στο Δ. Κατσορίδας, Σοφία Λαμπουσάκη, «Οι απεργίες το 2011», συντονιστής: Γ. Κουζής, έκδοση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, Αθήνα 2012, τον πίνακα στη σελ. 102. 

(8) Δ. Παπανικολόπουλος, «Συνδικαλιστικές αιτιάσεις και επιστημονικές εξηγήσεις για την απομείωση της δυναμικής των εργατικών κινητοποιήσεων (2013-2015)», στη μελέτη με τίτλο, Το απεργιακό φαινόμενο στην Ελλάδα. Καταγραφή των απεργιών κατά την περίοδο 2011-2017, επιμέλεια: Δ. Κατσορίδας, στη σειρά Μελέτες/Τεκμηρίωση Νο 48, έκδοση ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, Αθήνα 2018, σελ. 46.

(9) Γ. Μαυρής, «Ιανουάριος 2015: η ελπίδα ήλθε και παρήλθε», Τα Νέα, 25-26/1/2025.

(10) Για περισσότερα βλ. Δ. Κατσορίδας, «Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ: η έλλειψη ιστορικής γνώσης», στο https://rproject.gr/article/kyvernisi-syriza-i-elleipsi-istorikis-gnosis, 10-2-2025.

(11) Για περισσότερα βλ. Δ. Κατσορίδας, «Πότε η Αριστερά αναλαμβάνει τη διακυβέρνηση; [Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ]», Δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική σελίδα της εφημερίδας Η Εποχή, 13-5-2025.

(12) Α. Καψάλης, «Χαιρετισμός» στο Συνέδριο της εφημερίδας Η Εποχή, 15-5-2025. 

(13) Για περισσότερα δες F. Sabado, Για την επαναστατική στρατηγική σήμερα, εκδόσεις Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2006, σελ. 42.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Πίνακας 1: Απεργιακοί αγώνες, απασχόληση και ανεργία 

201020112012201320142015Σύνολο (2011-15)
ΣΥΝΟΛΟ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ*(σύνολο απεργιών)356
(201)
409
(232)
373
(160)
323
(142)
256
(97)
1.717
(832) 
Απεργίες ΓΣΕΕ (24ωρες)58652228
Μισθωτοί(μισθωτοί σε 100δες)2.842,428,4242.652,626,5262.399,723,9972.192,521,9252.205,622,0562.241,522,415
% ανεργίας 11,916,122,827,627,826,6 

Επεξεργασία στοιχείων: ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, Δ. Κατσορίδας (2017)

Διάγραμμα 1: Απεργιακοί αγώνες, απασχόληση και ανεργία 

Πίνακας 2: Συμβάντα διαμαρτυρίας

20112012201320142015
Συμβάντα356409373323256
Δημόσιος τομέας7914315013299
Ιδιωτικός τομέας217262198177146
Ευρύτερος δημόσιος τομέας8430582022

Επεξεργασία στοιχείων: ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, Δ. Παπανικολόπουλος (2018)

Διάγραμμα 2: Συμβάντα διαμαρτυρίας

Πίνακας 3: Μορφές δράσης 

20112012201320142015Σύνολο
Απεργία 20123216014297832
Στάση 116103869389487
Επίσχεση 1418155759
Κατάληψη 2125510768
Συγκέντρωση 1628877030231
Περιφρούρηση 15671130
Πορεία 81622191075
Παράσταση διαμαρτυρίας2622152772
Άλλη 1850014

Επεξεργασία στοιχείων: ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, Δ. Παπανικολόπουλος (2018)