Πλατείες 2011:Το αυθόρμητο αντιμνημονιακό κίνημα ριζοσπαστικοποιείται και θέτει καθήκοντα
Μητρόπουλος Δημήτρης – 21.06.2025
Από την εξαγγελία και πρόσκληση για να έρθει το ΔΝΤ στην Ελλάδα του ΓΑΠ τον Απρίλιο του
2010 έως και την συνθηκολόγηση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με την υπογραφή του 3ου
μνημονίου τον Ιούλιο του 2015, μπορούμε να μιλάμε για την εμφάνιση, την άνοδο και τέλος
την ήττα του αντιμνημονιακού κινήματος.
Χοντρικά και με τις αναγκαίες αφαιρέσεις μπορούμε να μιλάμε για 4 φάσεις στην ανάπτυξη
αυτού του κινήματος.
• 1η φάση (Απρίλιος 2010 – Μάης 2011): Το σοκ, η μη αναγνώριση της κατάστασης από την
πλειοψηφία της αριστεράς, η αδράνεια, οι πρώτες λαϊκές αντιδράσεις.
• 2η φάση (Ιούνιος 2011 – Μάης 2012): Η είσοδος του λαϊκού παράγοντα στις πλατείες για
πάνω από 1 μήνα, η κυβερνητική κατάρρευση, η μετωπική φλυαρία και απραξία στην
αριστερά, η απαγορευμένη συζήτηση για σύγκρουση με ευρώ και ΕΕ.
• 3η φάση (Μάης 2012 – Γενάρης 2015): Η πολιτική έκφραση του αντιμνημονιακού ρεύματος
και ο στόχος για κυβέρνηση της αριστεράς. Το ναζιστικό μόρφωμα. Η εκτόνωση του
κινήματος και η κυριαρχία της λογικής της ανάθεσης.
• 4η φάση (Γενάρης 2015-Ιούλιος 2015): Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, η πορεία μιας
αποτυχημένης διαπραγμάτευσης, το δημοψήφισμα και η υπογραφή του 3ου μνημονίου ως η
τελική πράξη ήττας του αντιμνημονιακού κινήματος.
Οι 4 αυτές φάσεις δεν χωρίζονται με σινικά τείχη. Ωστόσο θα επιχειρηθεί να τονιστούν κάποια
κρίσιμα συμπεράσματα που σχετίζονται με την πρώτη και δεύτερη φάση του
αντιμνημονιακού κινήματος, στις οποίες η είσοδος του λαϊκού παράγοντα στις πλατείες ήταν
μια κορυφαία έκφραση.
Στην πρώτη φάση αναμφίβολα υπήρξε ένα σοκ. Μετά το Καστελόριζο (23-4-2010) όπου ο
ΓΑΠ ανακοίνωσε την προσφυγή στο ΔΝΤ φάνηκε η έλλειψη δυνατότητας και ικανότητας
αναγνώρισης της κατάστασης από, σχεδόν, το σύνολο της αριστεράς. Δεν αναγνωρίστηκε το
πρόβλημα κρίση, δεν εντοπίστηκε το βάθος (χρόνος, ανατροπές) και η μορφή που έπαιρνε η
κρίση (χρέους).
Η κρίση στην Ελλάδα οφείλεται σε πολλούς ιστορικούς, εξωτερικούς, εσωτερικούς
παράγοντες που αλληλεπίδρασαν και καθόρισαν το βάθος και την έντασή της. Τραπεζική
κρίση είχε και η Ιρλανδία, πρόβλημα με το χρέος και το ευρώ είχε και η Ιταλία, αλλά στην
Ελλάδα γιατί είχε τέτοια ένταση; Είναι κρίση που σχετίζεται με τη παγκόσμια κρίση του
καπιταλιστικού συστήματος, αποτελεί ειδική προβολή και συμπύκνωση της κρίσης της
ευρωζώνης αλλά οφείλεται στην άρον άρον ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη, τέλος
σχετίζεται με τον ειδικό χαρακτήρα και το ρόλο της ελληνικής οικονομίας. Με λίγα λόγια η
οξύτητα – και όχι η ίδια η κρίση – της κρίσης αφορά τον εξαρτημένο χαρακτήρα του ελληνικού
σχηματισμού.
Πιο συγκεκριμένα. Τα δομικά και χρόνια προβλήματα της ελληνικής οικονομίας και ο
στρεβλός χαρακτήρας ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού που στηρίζονταν στην
οικοδομή, στο τουρισμό και τον εφοπλισμό, αλληλοσυνδιάστηκαν με το ισχυρό, ακριβό και
σκληρό ευρώ με τη χαμηλή παραγωγικότητα και εξαγωγιμότητα, με τη διευρυνόμενη
κατανάλωση, τις υψηλές φοροαπαλλαγές στο κεφάλαιο, την φοροδιαφυγή, με την πολιτική
υψηλού δανεισμού (εσωτερικού και εξωτερικού) .
Το αποτέλεσμα όλων των παραπάνω ήταν να δημιουργήσουν τεράστια ελλείμματα και
να διογκωθεί το δημόσιο χρέος, που έφεραν τη χώρα στο χείλος της χρεωκοπίας.
Η έλλειψη εντοπισμού και παραδοχής της κατάστασης, των αιτιών, παραγόντων και μορφής
της κρίσης, δημιούργησε μια αμήχανη αδράνεια της αριστεράς που αντικειμενικά έδινε χρόνο
στην κυβέρνηση και το δικομματισμό, που κέρδιζε την μάχη της προπαγάνδας.
Οι τοποθετήσεις παρέμειναν γενικόλογες (κρίση υπερσυσσώρευσης – σωστό, αλλά δεν
κάνεις πολιτική με γενικούς θεωρητικούς όρους, κάνεις θεωρία απλώς) ή δεν αναγνώριζαν το
πρόβλημα-χρέος («παραμύθι χωρίς δράκο η χρεωκοπία» Αλ.Τσίπρας, αλλά και το ΚΚΕ που
το θεωρούσε προσχηματικό –βλ. τον «Ρ»- σε όλη την περίοδο μέχρι το μνημόνιο αλλά και
μετά).
Η αντίδραση στις 5/5/2010 με τη γενική απεργία της ΓΣΕΕ, έδειξε ενστικτώδεις, πολύ μαζικές
διαθέσεις που όμως έμειναν εγκλωβισμένες και χωρίς διέξοδο για τους επόμενους μήνες.
Τα επόμενα λάθη μετά την εισβολή του ΔΝΤ-τρόικας
Πολιτικός αγώνας ή διεκδικητικός και υπεράσπισης δικαιωμάτων;
Για αυτήν την πρώτη φάση πορευτήκαμε όπως σε μια ομαλή περίοδο του καπιταλισμού.
Δηλαδή αγώνες διεκδίκησης ή απόκρουσης για τα δικαιώματα μας. Γι’ αυτό και ο αγώνας
ήταν διεκδικητικός με βασική μορφή τις απεργίες, είτε με την αναμονή για γενική απεργία
κάθε 2-3 μήνες είτε με απεργίες ανά θιγόμενους χώρους. Δεν τέθηκε ούτε από τα συνδικάτα
(πολιτική απεργία), ούτε στις αυτοδιοικητικές εκλογές εκείνη την χρονιά, η έννοια και πολύ
περισσότερο οι όροι ενός πολιτικού αγώνα ανατροπής. Έτσι λοιπόν, διαμορφώθηκε μια
αναμονή από τα κυβερνητικά συνδικάτα (άλλο οξύμωρο) να τεθούν επικεφαλής του αγώνα
εναντίον μνημονίου-τρόικας. Αγώνας χαμένος από την αρχή, όχι γιατί είναι μόνο κυβερνητικά
αλλά γιατί είναι συνδικάτα. Είναι δυνατόν τα τελευταία να εγείρουν ταξικά ένστικτα και
ευαισθησίες, αυτό όμως δεν μπορεί να συγχέεται- απλώς κάτω από όρους βοηθάει- με τον
πολιτικό αγώνα.
Δεν διαμορφώθηκαν πολιτικά αιτήματα εφικτά και αποτελεσματικά, δεν επιχειρήθηκαν
συμμαχίες (ταξικές και πολιτικές), δεν υπήρξε ούτε εκφωνήθηκε με αξιόπιστους όρους ένα
σχέδιο δημιουργίας πολιτικού υποκειμένου ικανού για να προβάλει σαν η εναλλακτική λύση.
Εγκλωβίστηκε για αρκετό διάστημα ο κόσμος στην αναμονή εξαγγελίας γενικής απεργίας
από ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, θεωρώντας σαν την μοναδική στιγμή εξαπόλυσης πολιτικού αγώνα.
Μάλιστα, η μία μέρα γενικής απεργίας έπαιρνε στα μυαλά ορισμένων της Αριστεράς το
στοιχείο της εξέγερσης.
Από την άλλη, η συζήτηση έφυγε από την πολιτική σφαίρα και εγκλωβίστηκε στην οικονομική
επιστήμη. Όλοι ψάχναμε όρους, στοιχεία γύρω από την οικονομία, σαν αποτέλεσμα μιας
αμηχανίας στα όρια της απόγνωσης.
Είναι η φάση όπου η πολιτική, δηλαδή η διαμεσολάβηση της συνείδησης και της οργανωτικής
δύναμης των μαζών, που τροποποιεί συσχετισμούς, έχει αντικατασταθεί από την οικονομία.
Η ανυπαρξία συγκέντρωσης πολιτικής δύναμης, ενωτικής λογικής, προετοιμασίας
μετώπου και δράσης εντός κοινωνίας
Η γραμμή του πολιτικού και κοινωνικού μετώπου που τέθηκε γύρω στον Μάη του 2010,
απορρίφθηκε από όλες ανεξαιρέτως τις δυνάμεις της Αριστεράς χωρίς συζήτηση. Για το ΚΚΕ
η απάντηση είναι γνωστή, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επέμεινε σε μια πολιτική αντικαπιταλιστικής συμμαχίας με στόχο μια αντικαπιταλιστική-σοσιαλιστική επανάσταση, ο ΣΥΡΙΖΑ στην λογική
μιας αριστερής γενικόλογης αντινεοφιλελεύθερης συμμαχίας και αντιμνημονιακού μετώπου
με κύρια απεύθυνση στους δυσαρεστημένους του ΠΑΣΟΚ…
Αν από τότε με πρωτοβουλία δυνάμεων της Αριστεράς είχε οικοδομηθεί ένα ανοικτό
κοινωνικό μέτωπο και λειτουργούσε ένα πολιτικό κέντρο-μέτωπο, σίγουρα τα πράγματα θα
ήταν διαφορετικά. Η ερώτηση είναι: μπορούσε να γίνει; Η απάντηση είναι: δεν
προσπαθήθηκε και δεν προβλήθηκε ως ανάγκη. Οι αντίστοιχες αντιμνημονιακές
πρωσοποκεντρικές πρωτοβουλίες (Καζάκης, Θεοδωράκης) δείχνουν ότι υπήρχε δυνατότητα
γιατί υπήρχαν μαζικές αποσκιρτήσεις από τα βασικά αστικά κόμματα, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Και σε
τελευταία ανάλυση αν παλευόταν το 2010-2011, το 2015 θα υπήρχαν καλύτεροι όροι για μια
διαφορετική πορεία.
Πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο δεν σημαίνει απλά συνεργασία κομμάτων και οργανώσεων
της αριστεράς. Σημαίνει απεύθυνση, συσπείρωση και οργάνωση του πληττόμενου κόσμου.
Όταν σπανίως η Αριστερά απευθυνόταν στην κοινωνία (πχ επιτροπές δεν πληρώνω)
εννοούσε την κοινωνία της Αριστεράς. Η εικόνα του κόσμου για τον αριστερό στην καλύτερη
περίπτωση είναι το άθροισμα των οργανωμένων και ανένταχτων αριστερών. Μια μαζική,
μετωπική, πολιτική και κοινωνική απεύθυνση εκείνη την περίοδο στον κόσμο που μαζικά
εγκατέλειπε τα αστικά κόμματα ήταν εφικτή. Όμως αυτός ο κόσμος είχε άλλες συνήθειες,
άλλη γλώσσα, δεν τον αφορούσαν οι ενδοαριστερες κόντρες, ο βερμπαλισμός, τα δύσκολα
και μεγάλα κείμενα, ήθελε διαφορετικό τρόπο, πειστικές απαντήσεις, πολιτικό υποκείμενο για
να εμπιστευτεί.
Αποφυγή κριτικής σκέψης και αντιπαράθεσης σε ΟΝΕ, ευρώ και ΕΕ.
Την πρώτη αυτή περίοδο όπου η μάχη της προπαγάνδας για την αστική πολιτική φουλάρει,
υπάρχει μια αποφυγή κριτικής και αντιπαράθεσης στο ευρώ και την Ε.Ε.. Εδώ μια αναγκαία
παρένθεση. Η αστική πολιτική, αλλά πολύ περισσότερο η αστική νέα μεγάλη ιδέα της
μεταπολίτευσης, ήταν «να γίνουμε Ευρωπαίοι». Αυτό σαν σύνθημα και πολιτική (ενώ στην
αρχή ενός πραγματικού κοινωνικού ριζοσπαστισμού που υπήρξε την δεκαετία του 70-
αμφισβητήθηκε) πέρασε στην ελληνική κοινωνία και αφομοίωσε και το σύνολο σχεδόν της
ελληνικής Αριστεράς. Ο εκσυγχρονισμός ως έννοια και σύνθημα διείσδυσε παντού,
δημιούργησε ένα ρεύμα, μια συναίνεση στην χειρότερη των περιπτώσεων και μια ιδεολογία
του «είμαστε Ευρώπη». Ποια στρώματα ευνόησε ο εκσυγχρονισμός; Γιατί αποδέχτηκε ο
ελληνικός λαός τον εκσυγχρονισμό; Ποιες συμμαχίες δυνάμεων δημιουργήθηκαν και
προώθησαν το τερατούργημα που έσκασε αργότερα, βουλιάζοντας την ελληνική κοινωνία;
Πόσο συνένοχη ήταν η αριστερά σε αυτήν την εξέλιξη και πως αυτό επηρέασε την
δυνατότητά της να αντισταθεί; Όταν στην αρχή της κρίσης και της κατάρρευσης της Lemann
Brothers, η κρίση έφτασε ταχύτατα στην Ευρώπη από την μεριά του Ατλαντικού, κανείς –
ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ, ούτε το ΚΚΕ δεν έθιξε όχι γενικά την κρίση αλλά την σχέση της με την ΕΕ και
το Ευρώ. Και όχι μόνο δεν την έθιξαν, αλλά αντιθέτως πολέμησαν τις απόψεις που
συσχέτιζαν την κρίση και τα μνημόνια με την Ε.Ε. και την ευρωζώνη.
Υπάρχουν πολλά σχήματα που έχουν καλλιεργηθεί για χρόνια δυστυχώς στο σύνολο της
Αριστεράς. Βεβαίως περισσότερες ευθύνες έχει η λεγόμενη κομμουνιστική Αριστερά που
ενσωματώθηκε (ρεβιζιονισμός) σε μια διαχειριστική και μεταρρυθμιστική λογική εξουσίας. Το
σχήμα είναι ότι η σχέση με τον κόσμο είναι διδακτική, ανισότιμη και πολιτικά εκμεταλλευτική.
Δηλαδή ο κόσμος χρησιμοποιείται για να παιχτεί το πολιτικό παιχνίδι, δηλαδή οι εκλογικοί
συσχετισμοί στα συνδικάτα, στην αυτοδιοίκηση, στην κεντρική πολιτική σκηνή, στους συλλόγους. Ο κόσμος αντιμετωπίζεται σαν αντικείμενο και όχι σαν υποκείμενο,
αντιμετωπίζεται σαν θεατής, ακροατής, ψηφοφόρος.
Το κέντρο της πολιτικής είναι οι «θεσμοί» και η «επικοινωνία» μέσω των ΜΜΕ. Άρα οι
ενέργειες κατατείνουν προς αυτό, στην ενεργοποίηση δηλαδή της αστικής κατά τα άλλα
επικοινωνίας και στην κατοχή τμήματος στους θεσμούς και την εξουσία. Αυτός λοιπόν ο νέας
κοπής ρεφορμισμός σαν ιδεολογία και πρακτική αφορά και την κομμουνιστική Αριστερά. Στα
συνδικάτα το ζήτημα είναι το τι θα πούμε στην συνέλευση, στην αυτοδιοίκηση οι εκλογικοί
συσχετισμοί, στη Βουλή πόσους βουλευτές θα έχουμε στην TV, ποια ατάκα θα πούμε ή ποιο
«συμβάν» θα κάνουμε για να βγούμε στον αέρα. Αυτός είναι ο αυτοσκοπός της δράσης και
κυριαρχεί η αντίληψη ότι αυτού του τύπου η δράση είναι η δουλειά που πρέπει να γίνεται
μέσα στις μάζες. Όλα αυτά όμως ανήκουν στην ιδεολογική πολιτική και οργανωτική
ιδιοκτησία της αστικής τάξης. Η αριστερά για να πείσει, πρέπει να παραμείνει στο δικό της
γήπεδο που είναι οι μάζες η καθημερινή απεύθυνση, επαφή, συγκρότηση, με στόχο την
αλλαγή της συνείδησης, την ενεργοποίηση, την οργάνωση του λαού. Για να το κάνει αυτό
όμως πρέπει να αλλάξει γλώσσα και μορφές απεύθυνσης και κυρίως κοινό απεύθυνσης. Η
δουλειά εντός αριστεράς (ενωτικές προσπάθειες, αλλά και αντιμετώπιση κεντρικών πολιτικών
γεγονότων) απαιτείται, αλλά δεν είναι αυτό η βασική δουλειά των μερικών χιλιάδων
αριστερών και των πολιτικών τους οργανώσεων. Η βασική τους δουλειά είναι η δουλειά
προπαγάνδας, γείωσης, οργάνωσης, προβολής διεξόδου.
Με αυτά τα εφόδια, με αυτήν την αριστερά φτάνουμε στις 25 Μαΐου του 2011 σε ένα ανοιχτό
διαδικτυακό κάλεσμα για κυριακάτικη διαδήλωση – καθώς υπήρξε κούραση και οικονομική
αφαίμαξη από τις απεργίες διαμαρτυρίας – και παραμονή στην πλατεία συντάγματος. Δύο
βδομάδες πριν, στις 11 Μαϊου έχουμε άλλη μια γενική απεργία με την καθιερωμένη πορεία
και το καθιερωμένο πλαίσιο (όχι στα μέτρα της κυβέρνησης), όπου και ρίχνεται πρώτη φορά
μειοψηφικά το σύνθημα “κι αν μέναμε Σύνταγμα;”.
Η δεύτερη φάση ξεκινάει τότε όπου ζούμε το αυθόρμητο κίνημα των αγανακτισμένων που
πήρε τη μορφή και την ονομασία κίνημα των πλατειών. Έχουμε μια αυθόρμητη, μαζική
εισβολή του λαϊκού παράγοντα και κυρίως εργαζόμενων μαζών μαζί με δυσαρεστημένα
μικροαστικά στρώματα. Στην πλειοψηφία τους η πολιτική ταυτότητα αυτών των
«πλατειακών» ήταν ψηφοφόροι/οπαδοί κυρίως του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ. Η καθημερινή
σχεδόν λαϊκή γιορτή είχε μια πανελλαδικότητα, με δύναμη κρούσης την πλατεία Συντάγματος.
Στις πλατείες αναδείχθηκαν νέα δεδομένα και στοιχεία:
- Η από το διαδίκτυο «οργάνωση» της πρώτης συγκέντρωσης-κατάληψης της πλατείας
με στοιχεία «άμεσης δημοκρατίας», σε μια πρώτη φάση αποστροφής και αποφυγής
των κομμάτων. Είχαμε το ανολοκλήρωτο άνοιγμα –αλλά και συνέχεια από το
αντιπαγκοσμιοποιητικό φόρουμ- της συζήτησης για την οργάνωση των από τα κάτω
και τη μορφή αγώνων τους. Τέθηκαν ζητήματα για τις μορφές οργάνωσης και τις
διαδικασίες συγκρότησης που όμως δεν απαντήθηκαν η απαντήθηκαν ιδεολογικά και
σεχταριστικά. Οι συνελεύσεις γειτονιάς σύντομα έγιναν συνελεύσεις της αριστεράς με
όλα τα γνωστά προβλήματα απεύθυνσης, γλώσσας και ενδοαριστερών
αντιπαραθέσεων. - Η παρέμβαση ακροδεξιών ομάδων που εκμεταλλεύτηκαν τόσο τη δυσανεξία της
αριστεράς για το ζήτημα της εθνικής αξιοπρέπειας –σε καιρούς μάλιστα απώλειας της
εθνικής κυριαρχίας- όσο και τα αυθόρμητα αλλά απολίτικα αντικοινοβουλευτικά
χαρακτηριστικά της λαϊκής οργής (μούντζες, προδότες, κλέφτες κλπ.) - Η στάση της αριστεράς ήταν πολύμορφη. Από την αμηχανία έως την εχθρότητα (ΚΚΕ)
αλλά και από την ερωτοτροπία ορισμένων με το αυθόρμητο έως το ψάρεμα στα θολά
νερά. Καμιά προσπάθεια συντονισμού, παρέμβασης, διεξόδου. Ο μόνος που κάνει
παρέμβαση εκείνη την περίοδο είναι η «Σπίθα» του Μ. Θεοδωράκη και δείχνει – ως ένα βαθμό – την απαιτούμενη σαν πολιτική μορφή οργάνωση (μέτωπο) χωρίς να συνδέει και να αναδεικνύει τα καθοριστικά, κρουστικά σημεία της πολιτικής γραμμής- κατεύθυνσης.
Οι πλατείες έβαλαν στην ατζέντα, με αυθόρμητο τρόπο, ορισμένα θέματα στα οποία η
οργανωμένη αριστερά είχε άρνηση στα πρώτα 1-2 χρόνια εφαρμογής του μνημονίου.
• ότι ο αγώνας είναι πολιτικός και όχι διεκδικητικός-συνδικαλιστικός. Στοχοποιείται το
πολιτικό σύστημα και όχι γενικά τα μέτρα.
• ότι η σχέση μεταξύ κομμάτων και ανοργάνωτων πρέπει να είναι ισότιμη. Ότι η μορφή
οργάνωσης του λαού για διέξοδο από τα μνημόνια δεν μπορεί να είναι απλά τα σωματεία
αλλά ότι χρειάζεται μια νέα μετωπική πολιτική μορφή οργάνωσης.
• ότι το ζήτημα της εθνικής κυριαρχίας, μην ξεχνάμε έχουμε την Τρόικα να μπαινοβγαίνει
στα κυβερνητικά κτίρια, και πιο ειδικά του χρέους και το ευρώ είναι σημαντικά
• ότι κόμβος του αγώνα στην συγκεκριμένη φάση είναι η στοχοποίηση της κυβέρνησης ΓΑΠ.
Μέσα στο κίνημα των πλατειών έχουμε με αφορμή την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου τη γενική
απεργία στις 15/06 αλλά και στις 28 και 29/6/2011 όπου ο αγώνας κλιμακώνεται. Το ζήτημα
που τίθεται πλέον είναι η στοχοποίηση της κυβέρνησης, των μνημονίων αλλά και του
πολιτικού συστήματος.
Η κληρονομιά αυτή των πλατειών εκφράζεται και μετά το καλοκαίρι, όταν πλέον ο κόσμος
φεύγει από το Σύνταγμα και τις πλατείες, με τη μαζική γενική απεργία 19 και 20/10/2011. Στις
παρελάσεις τον Οκτώβριο 2011 και ειδικά στη Θεσσαλονίκη που παρευρίσκεται ο πρόεδρος
της Δημοκρατίας εμφανίζεται μια γενικευμένη αμφισβήτηση της κυβερνητικής και
καθεστωτικής νομιμότητας με τάσεις ανάπτυξης μιας άγριας λαϊκής οργής σε οτιδήποτε είναι
ή εφάπτεται της μνημονιακής πολιτικής.
Παρά την οργή, την πολιτικοποίηση, τα θέματα που θέτει το αυθόρμητο αντιμνημονιακό
ρεύμα οι δυνάμεις της αριστεράς επιμένουν σε μια αναντίστοιχη κατεύθυνση καθώς α) δεν
παίρνουν καμία πρωτοβουλία για μέτωπο, β) επιμένουν να αναθέτουν τον αγώνα στις
απεργίες ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ, γ) δεν δόθηκαν απαντήσεις και λύσεις διεξόδου από την κρίση.
Ειδικά για το τελευταίο. Ο λαός, οι εργαζόμενοι, τα αυθόρμητα κινήματα και οι αντιστάσεις
έχουν τα όριά τους και γενικά έκαναν το καθήκον τους. Το ζήτημα των καθηκόντων για τις
λύσεις και τις διεξόδους ανήκε και βαρύνει στα πολιτικά υποκείμενα και συγκεκριμένα για την
περίοδο στην αριστερά.
Η αριστερά είτε δεν έδινε είτε δεν είχε πειστικές απαντήσεις. Ενώ η αστική και τροϊκανή
πολιτική έβαζε οικονομικά διλήμματα και εκβιασμούς και έδινε-δίνει πολιτικές απαντήσεις
πάντα σε βάρος του κόσμου της εργασίας και των μικρομεσαίων, η αριστερά δεν είχε
πολιτικο-οικονομικές απαντήσεις γιατί έβαζε όρια στη συζήτηση, στην αναζήτηση και γιατί
είχε αποδεχθεί το διεθνές πλαίσιο. Η απαγορευμένη συζήτηση και κατά συνέπεια και άσκηση
πολιτικής αφορά το ζήτημα της ΕΕ και του νομίσματός της και σε συνδυασμό με το ζήτημα
του χρέους και της χρεομηχανής που είχε στηθεί. Οι ευθύνες ανήκουν στο σύνολο της
αριστεράς αλλά όχι επιμερισμένες εξίσου.
Ο αυθόρμητος λαός θέτει τα ζητήματα της κυβέρνησης, της εθνικής κυριαρχίας, των
μνημονίων και βάζει ερωτήματα για τις σχέσεις μας με την Ε.Ε. Και για τις σχετικές δανειακές
συμβάσεις.
Το ΚΚΕ είτε αδιαφορεί να απαντήσει, είτε θολώνει ακόμα περισσότερο τα πράγματα (ο λαός
θα πεινάσει αν πάμε στην δραχμή).
Ο ΣΥΡΙΖΑ επίσης κάνει πόλεμο εκείνη την περίοδο στην μειοψηφική εντός αριστεράς
τοποθέτηση ότι πρέπει να προετοιμαστούμε για ρήξη με τους δανειστές και την Ε.Ε. οπου
ακόμα και το καμιά θυσία για το ευρώ εγκαταλείπεται.
Η δε ΑΝΤΑΡΣΥΑ αρνείται την ανάληψη ευθύνης του πολιτικού αγώνα (κυβέρνηση) και
ταυτίζει τον αντιμνημονιακό αγώνα με την επαναστατική ρήξη.
Με αυτήν την «πρωτοπορία» είναι συγκεκριμένα τα καύσιμα που είχε το αυθόρμητο
αντιμνημονιακό κίνημα.
Η αλλαγή σκυτάλης πραγματοποιήθηκε κάτω από το διπλό φόβο αφενός για το ατύχημα του
δημοψηφίσματος του ΓΑΠ (που θα άνοιγε πανελλαδικά τη συζήτηση και τη ρήξη με ΕΕ και
ευρώ) και αφετέρου για την κατακόρυφη αύξηση της κατάρρευσης της κυβερνητικής
νομιμότητας. Είναι η περίοδος που εμφανίζεται καθαρά η μνημονιακή παράταξη με τις
συνιστώσες της αλλά και το πρόβλημα της έλλειψης πολιτικών εφεδρειών για το σύστημα.
Γρήγορα επέρχεται η φθορά της κατασκευασμένης και όχι ψηφισμένης κυβέρνησης
Παπαδήμου με βάση την ψήφιση του 2 ου μνημονίου που έχει σαν συνέπεια τη γενική απεργία
στις 12/2/2012 με την αισθητή παρουσία του εργαζόμενου κόσμου. 7-8 μήνες μετά το αίτημα
των πλατειών για ρήξη με το μνημονιακό σύστημα παραμένει ενεργό και τροφοδοτεί
συγκρουσιακές έως και εξεγερσιακές καταστάσεις. Εξακολουθεί όμως να μην υπάρχει
ανάληψη ευθύνης.
Η αυθόρμητη και ορισμένες φορές αυτόνομη κίνηση και αντίδραση λαϊκών μαζών, η κρίση
αξιοπιστίας του δικομματισμού αλλά και του συνολικού κομματικού συστήματος, η πολιτική
κρίση και χρεοκοπία καθώς και μια συνολική υποβάθμιση της χώρας και της εθνικής
αξιοπρέπειας δημιουργούν μια εκρηκτική κατάσταση που αναζητά διέξοδο.
Με αυτά τα δεδομένα και με τις ελλείψεις πολιτικού λόγου, γραμμής, δράσης και
προγράμματος διεξόδου, δημιουργείται ένα αντιμνημονιακό ρεύμα αφού ενοχοποιείται το
μνημόνιο που στην ουσία του όμως σαν σύνθημα, είναι αβαθές, βολικό, καθόλου απαιτητικό
σε συγκεκριμένο και ρηξιακό επίπεδο. Αντιμνημονιακός ήταν και ο Σαμαράς μέχρι του
σημείου που έπρεπε να υπηρετήσει την ευρωπαϊκή και αστική οικογένεια και να σεβαστεί τα
πλαίσια (εκεί εξατμίζεται αντικειμενικά η διαπραγματευτική του ικανότητα – δυνατότητα).
Αυτό το αντιμνημονιακό ρεύμα έρχεται και δένει με το προεκλογικό επιτυχημένο σύνθημα,
που δίνει διέξοδο στον πολιτικό αγώνα τον Μάιο του 2012, που είναι το «κυβέρνηση της
αριστεράς». Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλώνει παρών στη διεκδίκηση της κυβέρνησης και όχι της εξουσίας
και εκφράζει πλέον το αντιμνημονιακό ρεύμα δίνοντας την ελπίδα. Οι πρώτες εκλογές
καταγράφουν την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ αλλά και των ποσοστών του πάλαι ποτέ δυνατού
δικομματισμού, αναδεικνύοντας τη Χρυσή Αυγή σε επικίνδυνα αντιδραστική πολιτική δύναμη.
Κάπου εκεί τα καθήκοντα που έθεσαν οι πλατείες, για ανατροπή των μνημονίων, για
σύγκρουση με την Τρόικα, για ρήξη με το μνημονιακό πολιτικό σύστημα, μετασχηματίζονται
στην αναμονή για την κυβέρνηση της αριστεράς η οποία χωρίς κόπο θα έσκιζε τα μνημόνια
και θα έκανε μια καλύτερη διαπραγμάτευση.
Η συνέχεια είναι γνωστή.
Μητρόπουλος Δημήτρης, Πολιτική Οργάνωση Παρέμβαση
(το κείμενο έχει βασιστεί σε παλιότερη συλλογική επεξεργασία της Παρέμβασης)
