Σταύρος Βαλσάμης

Συμπεράσματα και προοπτικές για την Αριστερά που έχουμε ανάγκη σήμερ

  1. Ο πόλεμος καθορίζει την συγκυρία. Από τον πόλεμο στην Ουκρανία έως την γενοκτονία που συντελείται στη Γάζα και την σύγκρουση Ισραήλ και Ιράν των τελευταίων ημερών. Πλέον ζούμε σε ένα διαφορετικό κόσμο από τον κόσμο που ξέραμε πριν 5 χρόνια. Η όξυνση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και το ξέσπασμα πολέμων» έχει ως συνέπεια μια διαδικασία απορρύθμισης / κατάρρευσης του διεθνούς πλαισίου της «αστικής συμφωνίας» μετά τον ΒΠΠ. Σε μια υποχώρηση της λεγόμενης παγκοσμιοποίησης. Σε μια διαρκής και συστηματική μείωση του κύρους και της δυνατότητας του ΟΗΕ και των οργάνων του π.χ. Διεθνές Δικαστήριο. Σε ένα πλήρης εκφυλισμό του κύρους και της αξιοπιστίας των ηγετών με κατάρρευση των προσχημάτων και εμφανή χοντροκομμένα ψέματα όπως στην περίπτωση Τράμπ. Χαρακτηριστική η χθεσινή δήλωση του υπουργού άμυνας της Ιταλίας. Το ΝΑΤΟ δεν έχει πλέον λόγο ύπαρξης. Ο ρόλος της Ευρώπης έχει παρέλθει. Παράλληλα συνεχίζονται αδιάκοπα οι πολιτικές σκληρής ταξικής λιτότητας και ξηλώματος του «κοινωνικού κράτους» ως σταθερά απέναντι στα έντονα κρισιακά χαρακτηριστικά της οικονομίας διεθνώς και σε κάθε χώρα ιδιαίτερα μετά την κρίση του 2008.  Μπορεί λόγω του πολέμου να παρατηρείται υποχώρηση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος όχι όμως και του ταξικού προσήμου των επιλογών και ιδιαίτερα του νεοφιλελεύθερου κράτους και πολιτικού συστήματος.  Την ίδια στιγμή η ΕΕ στρέφεται στην πολεμική οικονομία ως οικονομική λύση στα κρισιακά προβλήματα με συνέπεια την κλιμάκωση των πολεμικών κινδύνων.
  2. Δεύτερο σημείο η κατάρρευση της (ευρωπαϊκής και όχι μόνο) Σοσιαλδημοκρατίας με την πλήρη ενσωμάτωσή της σε διάρκεια μισού αιώνα, στην «ενιαία» νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική στρατηγική. Είχε προηγηθεί η κατάρρευση του σταλινικού ρεφορμισμού στις ανατολικές χώρες. Ζούμε 50 χρόνια συστηματικής ταξικής αντεπίθεσης των αστών μετά την τελευταία περίοδο επαναστατικής έκρηξης διεθνώς τη δεκαετία ‘70. Ζούμε 50 χρόνια χωρίς επαναστάσεις με σοσιαλιστικό/ κομμουνιστικό πρόσημο. Συνέπεια των παραπάνω το αδυνάτισμα της ιστορικής μνήμης μαζί με το αδυνάτισμα και την υπαρξιακή κρίση της πολιτικής αριστεράς. Μια διαρκής αύξηση κοινωνικών/ οικονομικών ανισοτήτων και ένα κενό πολιτικής εκπροσώπησης των «από κάτω». Αδυναμία συγκρότησης κοινωνικών συναινέσεων και αύξηση της καταστολής. Το «νεοφιλελεύθερο κράτος» διολισθαίνει διαρκώς από το «κοινωνικό κράτος» προς το «κράτος εξαίρεσης».
    Το πολιτικό σύστημα σήμερα χαρακτηρίζεται πλέον από διπολισμό χωρίς την αριστερά (μετά από έναν αιώνα τουλάχιστον). Αποτελείται από το «ακραίο κέντρο» (σύγκλιση  κ/δ και κ/α, όπως Μακρόν) και την ακροδεξιά (που συχνά γίνεται κυβέρνηση, Ορμπάν, Μελόνι, Τραμπ κ.α.).
    Οι δημοσκοπήσεις αλλά και η αύξηση της αποχής του κόσμου στις εκλογές δείχνουν μια διαρκής και κλιμακούμενη κρίση εμπιστοσύνης ολοένα και μεγαλύτερων κοινωνικών κομματιών στο πολιτικό σύστημα (στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και ευρύτερα). 
  3. Τα «πλατιά κόμματα» της ριζοσπαστικής αριστεράς που εμφανίστηκαν με το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα γύρω στο 2000 δεν συγκρότησαν κάποιο μοντέλο αλλά αποτελούν απόδειξη του πολιτικού κενού. Ο ΣΥΡΙΖΑ έφτασε στην κορύφωση σχηματίζοντας κυβέρνηση χωρίς την σ/δ, μετατράπηκε όμως σε σοσιαλφιλελεύθερη κυβέρνηση και έπεσε μέσα σε ταχύτατη παρακμή και ανυποληψία. Όπως ή άνοδος έτσι και η πτώση είχε συνέπειες στην αριστερά πανευρωπαϊκά τουλάχιστον. Έδειξε τις δυνατότητες (συγκέντρωση δύναμης από την συνεργασία ρευμάτων και κομμάτων μεταρρυθμιστικής και επαναστατικής αριστεράς σε αντινεοφιλελεύθερο, αντιπολεμικό και αντιρατσιστικό πλαίσιο, διεκδίκηση «κυβέρνησης της Αριστεράς») όσο και τα όριά του (απουσία μαρξιστικής/ επαναστατικής προσέγγισης, προσήλωση στον «κυβερνητισμό», ανικανότητα στελεχών, ταχύτατη μετάλλαξη σε σοσιαλφιλελευθερό κόμμα χωρίς καν την συμμαχία με το ΠΑΣΟΚ). Η διαδικασία 2010 – 2015 εξέθεσε βαρύτατα το ΚΚΕ ως κόμμα που δεν έχει απαντήσεις στις κρίσιμες κοινωνικές και πολιτικές προκλήσεις. Χαρακτηριστικό το γεγονός ότι το ΚΚΕ μικραίνει με την άνοδο της ταξικής και πολιτικής πάλης και μεγαλώνει (σχετικά) με την πτώση. 
  1. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αποτελεί μια σύγκλιση ακροδεξιών στοιχείων και νεοφιλελεύθερων δεξιών και συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά της παρακμής της εποχής: ταξική επίθεση, διαπλοκή με οικονομικά κέντρα και με όρους άμεσου οικονομικού συμφέροντος, θράσος και αμετροέπεια π.χ. παρακολουθήσεις αλλά και «μπάζωμα» Τεμπών. Κυβερνά με πολύ μειοψηφική βάση κοινωνικής στήριξης ελλείψει εναλλακτικής. Η εσωκομματική αντιπολίτευση είναι εθνικιστική και ακροδεξιά. Παρατηρείται  επίσης μια σταθερά αύξηση της δύναμη και της ακροδεξιά εκτός της ΝΔ.
    Το μαζικό κοινωνικό αίτημα για «πτώση της κυβέρνησης» προσκρούει στην έλλειψη αξιόπιστης και προς τα αριστερά εναλλακτικής.
    Αντίθετα η κοινωνία δείχνει αξιοθαύμαστη επιμονή παρά την αδυναμία της αριστεράς μέσα από καταστροφικές επιλογές (κυρίως ΣΥΡΙΖΑ – ΚΚΕ) και ξαναβγήκε μαζικά στον δρόμο με το κίνημα των Τεμπών. 
  1. Η ανάγκη μαζικής αριστεράς και εναλλακτικής λύσης, τόσο άμεσα (αντινεοφιελεύθερη, αντιπολεμική, αντιφασιστική με απαντήσεις στην κυβερνητική πρόκληση) όσο και στρατηγικά (αντικαπιταλστική, ανατρεπτική) είναι ιστορικά επείγουσα. Μόνος δρόμος η συγκέντρωση της δύναμης, η ενιομετωπική και μεταβατική προσέγγιση. Πρόβλημα επί της κλασσικής φόρμουλας ο ισχυρός προσδιορισμός τόσο του υποκειμένου όσο και του αντικειμένου της τακτικής (ισχυρή επαναστατική αριστερά – μαζικό ρεφορμιστικό κόμμα). 
    Με βάση την εμπειρία του 2010 – 2015 σχεδόν όλες οι σημερινές δυνάμεις της πολυκερματισμένης πολιτικής αριστεράς επιβεβαιώνουν ουσιαστικά τον εαυτό τους σχετικά με την στάση που κράτησαν τότε. 
    Το ΚΚΕ όχι μόνο επανεπιβεβαιώνει την αποχή του από τις τότε πολιτικές εξελίξεις αλλά δηλώνει πολιτικά απών και σήμερα μπροστά στις πολιτικές προκλήσεις και το κυβερνητικό ζήτημα με εμβληματικές επιλογές, όπως με την απόρριψη του γάμου των ομοφυλόφυλων, ως προς το σοσιαλιστικό όραμα και αφετέρου την απόρριψη των εθνικοποιήσεων ιδιωτικοποιημένων επιχειρήσεων με επίκεντρο τους σιδηρόδρομους, ως προς την μεταβατική αντίληψη και τις άμεσες νίκες. 
    Η υπόλοιπη αριστερά μετά την βαθιά διαχωριστική του σοσιαλφιλελεύθερου χώρου (ΣΥΡΙΖΑ – ΠΑΣΟΚ) είναι πολυκερματισμένη και αποτελείται από μικρά κόμματα και οργανώσεις που εκλογικά δεν έχουν εξασφαλισμένη παρουσία στην Βουλή. Τα στοιχεία του ενιαίου μετώπου εμφανίζονται στις επιλογές ορισμένων, ωστόσο μέχρι το επίπεδο της συνάντησης και συνεργασίας στο κίνημα και ακόμη και εκεί όχι χωρίς προβλήματα και ηγεμονισμούς. Ακόμη και ορισμένες «πολιτικές συνεργασίες» δεν έχουν βάθος και δεν ξεπερνούν το επίπεδο της «εκλογικής συνεργασίας». 

Η ανάγκη οικοδόμησης πολιτικής κίνησης / πόλου της ανατρεπτικής/ αντικαπιταλιστικής αριστεράς που θα επιχειρήσει να επηρεάσει την πολιτική γεωμετρία της πολιτικής αριστεράς στην κατεύθυνση της μεγάλης συγκέντρωσης δύναμης και την διεκδίκηση της «μαζικής πολιτικής» και του μαζικού κοινωνικού ακροατηρίου των «από κάτω», είναι προφανής. 

Μια τέτοια διαδικασία θα πρέπει να έχει τα εξής χαρακτηριστικά:

Α) Η επιμονή στην επικαιρότητα του οράματος και της αντικαπιταλιστικής ανατροπής στον παρόντα ιστορικό χρόνο, χωρίς «στάδια» και ενδεχόμενες διαταξικές συμμαχίες και σχέδια που περιλαμβάνουν αστικές δυνάμεις, 

Β) η κατανόηση του ρεφορμισμού ως αυθόρμητη τάση των «από κάτω» και του κινήματος αλλά και ως πολιτική ταυτότητα που σήμερα αφορά περισσότερο ειλικρινείς αντινεοφιελεύθερες, αντιπολεμικές, αντιρατσιστικές και αντικαπιταλιστικές μεταρρυθμιστικές ιδέες και προθέσεις σε βαθύ διαχωρισμό από τον σοσιαλφιλελευθερισμό και το «κυβερνητισμό», 

Γ) η προσήλωση στη δύναμη των κινημάτων και της κοινωνικής αυτενέργειας ως ιστορικού υποκειμένου της ανατροπής της παλιάς καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής κοινωνίας αλλά και της οικοδόμησης της νέας 

και τέλος

Δ) η δυνατότητα να έχει εντελώς ανεξάρτητη πολιτική φυσιογνωμία και να μπορεί να απαντά σε όλες τις πολιτικές προκλήσεις από την ταξική και ιδεολογική σκοπιά. 

Χρειάζονται σε αυτή την κατεύθυνση σταθερά, γρήγορα αλλά όχι βιαστικά βήματα. 

Χρειάζεται ένα σχέδιο χωρίς αποκλεισμούς που να έχει στο επίκεντρό του τη μεταβατική αντίληψη και το ενιαίο μέτωπο. Σε όλες τις ευκαιρίες που παρουσιάζονται στο κίνημα, με κάθε, κατά περίπτωση, διαθέσιμο σύμμαχο από την αριστερά. 

Με βαθιά συντροφική κουλτούρα μακριά από άσκοπους «ηγετικούς» υποκειμενισμούς. 

Με σαφή διάθεση διάγνωσης και υπέρβασης των αδυναμιών που έχουν οδηγήσει μέχρι σήμερα σε διαδοχικές ήττες. 

Με προτεραιότητα στα ιδεολογικοπολιτικά κριτήρια στη συζήτηση και στη δράση έναντι των οργανωτικών μέτρων προστασίας και απόκρυψης των αδυναμιών.

Τα εκλογικά διλλήματα που δικαιολογημένα πιέζουν τον κόσμο δεν μπορούν να είναι καθοριστικά σε μια τέτοια προσπάθεια καθώς όσο λάθος είναι να υποτιμούνται γενικά στα πλαίσια ενός ορισμένου αριστερίστικου σεχταρισμού άλλο τόσο και περισσότερο είναι λάθος να θεωρούνται μέθοδος οικοδόμησης της πολιτικής εναλλακτικής της αριστεράς υπό την επήρρεια ενός ορισμένου «κοινοβουλευτικού και κυβερνητικού κρετινισμού». 

Το διήμερο αποδεικνύεται ένα πολύ σημαντικό βήμα. Χρειάζεται μια πολύ μεγάλη συζήτηση για τα επόμενα βήματα. Άμεσα όμως όλοι και όλες θα πρέπει να συμβάλουμε στην συγκρότηση ενός μαζικού αντιπολεμικού κινήματος.