Βασίλης Λιόσης

Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΩΝ ΜΕΤΩΠΩΝ ΣΤΗΝ ΤΡΙΤΗ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΕΘΝΗ ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΥΝΔΕΣΗ ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΦΑΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Πρώτα από όλα, συντρόφισσες και σύντροφοι, οφείλω να σας ευχαριστήσω για αυτή την πρόσκληση και δεν πρόκειται για μία τυπική ευχαριστία. Και το λέω αυτό διότι, με δεδομένες κάποιες ιδεολογικές μας διαφορές και πολιτικές εκτιμήσεις, προσκλήσεις σαν κι αυτή αναδεικνύουν ανάγλυφα την έννοια της συντροφικότητας και προάγουν μία άλλη κουλτούρα διαλόγου που μάλλον σπάνια βλέπουμε και την έχουμε πολύ μεγάλη ανάγκη. 

Στην παρέμβασή μου θα επιχειρήσω να αναδείξω κρίσιμες πλευρές από την ιστορία των Μετώπων του Μεσοπολέμου όχι με την πρόθεση μιας μελαγχολικής αναπόλησης αλλά με τη σκέψη στραμμένη στην περίοδο 2010-2015. 

Α. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ;

Πώς θα ορίζαμε την έννοια του Μετώπου; Το Μέτωπο δεν συνδέεται με ιδεολογικές καθαρότητες ούτε προϋποθέτει τη συμφωνία με όρους στρατηγικής ή για να είμαστε πιο ακριβείς τη συμφωνία για κοινωνική επανάσταση. Αυτό το τελευταίο μπορεί να συμβεί αλλά σε ιδιαίτερες ιστορικές συνθήκες. Αν το Μέτωπο ταυτιστεί με το Κόμμα, τότε αυτοαναιρείται. Το Μέτωπο επιχειρεί να εξασφαλίσει την ενότητα της εργατικής τάξης και να συγκροτήσει κοινωνική συμμαχία ανάμεσα στην εργατική τάξη και τα υπόλοιπα καταπιεζόμενα στρώματα. Επιχειρεί, επιπλέον, να συνενώσει διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις: επαναστατικές, μικροαστικές και άλλες που ταλαντεύονται και αυτό κρίνεται κατά περίπτωση.  

Το Μέτωπο αφορά στα καθημερινά προβλήματα και τα οποία καλείται να  αναδείξει μαζί με τις αιτίες τους, να καταθέσει πρόταση, να παλέψει για κατακτήσεις σχετιζόμενες με αυτά. Το Μέτωπο προϋποθέτει ιδεολογική και πολιτική ευλυγισία όσον αφορά τη συγκρότηση συμμαχιών ανάμεσα σε διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις. Μάλιστα μπορεί να αφορά και μία πρόταση εξουσίας μέσω ενός Μεταβατικού Προγράμματος. Το κοινωνικό και πολιτικό Μέτωπο συνδέονται μεταξύ τους και είναι από δύσκολο έως αδύνατο να υπάρξουν το ένα χωρίς το άλλο. Ο προσδιορισμός της μορφής και του περιεχομένου του Μετώπου συναρτώνται με την ιστορική συγκυρία και από το για ποια χώρα μιλάμε. Η μορφή και το περιεχόμενό του μπορεί να μετασχηματίζεται ανάλογα με τα ερωτήματα που θέτει η κάθε εποχή και λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη το επίπεδο συνείδησης των λαϊκών στρωμάτων. 

Σε κάθε περίπτωση  θα έχουμε να κάνουμε με εν τοις όροις αντίφαση αν στο Μέτωπο προσδώσουμε τον χαρακτηριστικό «κομμουνιστικό», «αριστερό» ή «αντικαπιταλιστικό», ειδικά αν μιλάμε για περιόδους ήττας και υποχώρησης για το λαϊκό κίνημα.   

Β. ΓΙΑΤΙ ΜΕΤΩΠΑ; 

Η απάντηση αν και απλή δεν είναι δυστυχώς πάντα αυτονόητη. Η ιδεολογικοπολιτική κυριαρχία σε συνθήκες κοινωνικής ομαλότητας ακόμη και σε συνθήκες κοινωνικού αναβρασμού ανήκει στην αστική τάξη, πράγμα εντελώς ερμηνεύσιμο αφού αυτή είναι που ελέγχει τις κρατικές δομές και τους ιδεολογικούς μηχανισμούς διάδοσης της ιδεολογίας της (ΜΜΕ, σχολεία, πανεπιστήμια, εκκλησία κ.λπ.). Συγχρόνως, ο «κρυφός» μηχανισμός απόσπασης της υπεραξίας όσο δεν αποκωδικοποιείται —πράγμα δύσκολο η αποκάλυψή του— αποκρύπτει τις εκμεταλλευτικές σχέσεις και ως εκ τούτου η μη αποκωδικοποίησή του συμβάλλει στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας. Επομένως, η συνειδησιακή ρήξη απαιτεί τέχνη και όχι χοντροκομμένες αναγνώσεις της πολιτικής. 

Γ. ΤΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΚΑΙ ΤΟ 3Ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ (ΚΔ)

Ήδη από το 3ο συνέδριο της ΚΔ διατυπώνονται σκέψεις και προβληματισμοί σχετικά με το Μέτωπο το οποίο έφερε τον προσδιορισμό «ενιαίο». Το συνέδριο το απασχολεί ιδιαίτερα το «Ανοικτό Γράμμα». Επρόκειτο για ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε από την Κεντρική Επιτροπή του Ενωμένου Κομμουνιστικού Κόμματος της Γερμανίας προς όλες τις προλεταριακές οργανώσεις της χώρας, όπου με το «προλεταριακές οργανώσεις» εννοούσαν το Σοσιαλδημοκρατικό και το Ανεξάρτητο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Γερμανίας και όλες τις συνδικαλιστικές ενώσεις. Το γράμμα καλούσε σε κοινή πάλη για τις άμεσες απαιτήσεις των εργατών και των μη προλεταριακών εργαζόμενων μαζών και πρότεινε την πάλη για αύξηση των ημερομισθίων, των βοηθημάτων και συντάξεων, κατά της ακρίβειας και της αύξησης των τιμών κ.ά..

Ενάντια στο γράμμα τάχθηκε το Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα της Γερμανίας χαρακτηρίζοντάς το ως κατρακύλισμα στο βάλτο του οπορτουνισμού. Ο Λένιν τοποθετήθηκε αναφανδόν υπέρ του περιεχομένου του γράμματος χαρακτηρίζοντάς το ως «υπόδειγμα πολιτικής πράξης και υπόδειγμα για την προσέλκυση της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης» και μάλιστα του προσέδωσε καθολική ισχύ λέγοντας χαρακτηριστικά ότι η τακτική του Ανοικτού Γράμματος είναι παντού υποχρεωτική. Αναφερόμενος δε στην τακτική του Ενιαίου Μετώπου έλεγε: «ο σκοπός και το νόημα της τακτικής του Ενιαίου Μετώπου συνίσταται στο να τραβηχτούν στην πάλη κατά του κεφαλαίου όλο και πιο πλατιές μάζες εργατών, χωρίς να πάψουμε να επαναλαμβάνουμε τις εκκλήσεις μας, ακόμη και προς τους ηγέτες της 2ης και της 21/2  Διεθνούς».

Δ. ΤΟ 4Ο ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΔ

Το 4Ο συνέδριο της ΚΔ είναι ένα συνέδριο σταθμός στην ιστορία του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος. Και είναι τέτοιο λόγω της ποιότητας των θέσεων και των αποφάσεων αλλά και της σύγκρουσης διαφορετικών γραμμών στο εσωτερικό του κινήματος. Στις Θέσεις για την τακτική της ΚΔ αναφερόταν χαρακτηριστικά: «Η τακτική του Ενιαίου Μετώπου σημαίνει ότι η κομμουνιστική πρωτοπορία πρέπει να μπαίνει επικεφαλής στους καθημερινούς αγώνες των μεγάλων μαζών για τις απόλυτα απαραίτητες και ζωτικές διεκδικήσεις τους. Μέσα στους αγώνες αυτούς, οι κομμουνιστές μπορεί να έρχονται σε διαπραγματεύσεις ακόμα και με τους προδότες αρχηγούς των σοσιαλδημοκρατών και με τους ανθρώπους του Άμστερνταμ […]». 

Εκτός, όμως, από το ζήτημα της ενότητας των εργατών που τίθεται με αγωνία στο συνέδριο προτείνεται και η φόρμουλα της Εργατικής Κυβέρνησης. Στο εν λόγω θέμα υπήρξε η σεχταριστική άποψη του Ζηνόβιεφ που έβλεπε την ΕΚ ως ψευδώνυμο της δικτατορίας του προλεταριάτου και στον αντίποδα η άποψη του Ράντεκ που την έβλεπε ως φάση προς τη δικτατορία του προλεταριάτου, αν και υποβαθμίζοντας το ζήτημα της ιδεολογικοπολιτικής αυτοτέλειας των κομμουνιστών. Το συνέδριο αποφεύγοντας τους σκοπέλους του αριστερισμού και του δεξιού οπορτουνισμού μπόρεσε στις αποφάσεις να καταθέσει μια διαλεκτική προσέγγιση. Η Εργατική Κυβέρνηση, ενδεχομένως και εργατοαγροτική, είχε τέσσερις προϋποθέσεις εφόσον βεβαίως δεν επρόκειτο για φιλελεύθερη ή σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση: α) η συμμετοχή των κομμουνιστών σε μια τέτοια κυβέρνηση θα πραγματοποιείτο μόνο με την έγκριση της ΚΔ, β) οι κομμουνιστές που θα αποτελούσαν μέλη μίας τέτοιας κυβέρνησης θα ελέγχονταν με τον πιο αυστηρό τρόπο από το κόμμα τους, γ) τα κομμουνιστικά μέλη της Εργατικής Κυβέρνησης θα έπρεπε να παραμένουν σε στενή επαφή με τις επαναστατικές μάζες και δ) το κομμουνιστικό κόμμα θα έπρεπε να διατηρήσει απόλυτα τη φυσιογνωμία του και την πλήρη ανεξαρτησία ζύμωσης και προπαγάνδας. Και όπως χαρακτηριστικά γραφόταν στην απόφαση «παρά τα μεγάλα του πλεονεκτήματα, το σύνθημα της Εργατικής Κυβέρνησης έχει επίσης και κινδύνους, όπως κάθε ενιαιομετωπική τακτική. Για να προφυλαχθούν από αυτούς τους κινδύνους, τα κομμουνιστικά κόμματα δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάνε ότι αν κάθε αστική κυβέρνηση είναι καπιταλιστική, δεν είναι αλήθεια ότι και κάθε εργατική κυβέρνηση είναι πραγματικά προλεταριακή, δηλαδή ένα επαναστατικό όργανο της προλεταριακής εξουσίας». 

Ε. ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΜΕΤΩΠΟ ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ: ΚΑΠΟΙΑ ΠΡΩΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ

Η ενιαιομετωπική γραμμή της ΚΔ είχε πρακτικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, βοήθησε τους Κινέζους κομμουνιστές να αποφύγουν τον σεχταρισμό και να ακολουθήσουν σωστή τακτική απέναντι στο Κουόμιντανγκ στην πρώτη φάση του εθνικοανεξαρτησιακού αγώνα. Βοήθησε, ακόμη, το Κομμουνιστικό Κόμμα Βουλγαρίας να απαλλαγεί από μία λανθασμένη σεχταριστική πολιτική και να υιοθετήσει γραμμή συσπείρωσης των αντιφασιστικών δυνάμεων, κάτι που οδήγησε στην πρώτη αντιφασιστική εξέγερση το 1923. Από την άλλη υπήρχαν σαφώς και οι λανθασμένες αναγνώσεις και εφαρμογές της γραμμής του Ενιαίου Μετώπου. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η γερμανική εμπειρία με την κυβέρνηση Σαξωνίας-Θουριγγίας το 1923. 

 ΣΤ. ΤΟ ΠΡΟΣΦΑΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ 

Μπορούν όλα αυτά να μας οδηγήσουν σε πολιτικά συμπεράσματα για την εμπειρία του 2010-2015; Καμία ιστορική περίοδος δεν μπορεί να επαναληφθεί με πανομοιότυπο τρόπο. Αυτό είναι προφανές. Μπορούμε, όμως, να δούμε ιστορικές αναλογίες και να αποκτήσουμε ένα τρόπο σκέψης με βάση την παρελθοντική εμπειρία. 

Την περίοδο 2010-2015 έχουμε τα εξής δεδομένα: α) άνοδος του χρέους της Ελλάδας σε δυσθεώρητα ύψη, β) διείσδυση του ευρωπαϊκού και αμερικανικού ιμπεριαλισμού στα ελληνικά πολιτικά και οικονομικά δρώμενα με τρόπο που δεν είχε υπάρξει ξανά στη μεταπολιτευτική περίοδο· μιας διείσδυσης  που βάθυνε τους δεσμούς εξάρτησης, γ) ριζοσπαστικοποίηση πλατιών λαϊκών στρωμάτων αλλά και την παράλληλη εμφάνιση-εκτόξευση του νεοναζιστικού μορφώματος, δ) απαξίωση των δύο βασικών πυλώνων του αστικού πολιτικού δικομματικού συστήματος. 

Αν και κινδυνεύω να χαρακτηριστώ «μετά Χριστόν προφήτης», πρέπει να υπογραμμίσω ότι η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν προδιαγεγραμμένη και αυτό για τους εξής λόγους: α) τα «πόδια» του ήταν πολύ αδύναμα στο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα, το ίδιο και στην τοπική αυτοδιοίκηση, β) δεν μπόρεσε ποτέ να αποκτήσει μαζικές και ζωντανές οργανώσεις, γ) οι έρευνες έδειχναν πως το κομματικό του δυναμικό έφερε ένα πλήθος μικροαστικών ιδεολογικών στοιχείων ενώ η ταξική του θέση ήταν υψηλότερη σε σχέση με αυτή των ψηφοφόρων του δ) η ηγεσία του διεπόταν από ένα φιλοευρωπαϊκό στίγμα για δεκαετίες, καλλιεργώντας αυταπάτες για τον ρόλο της ΕΕ, ε) το λεγόμενο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης διατυπωμένο το 2014 από τα χείλη του Τσίπρα, αποτέλεσε μία ηχηρή υποχώρηση σε σχέση με τις προγραμματικές κατευθύνσεις όπως αυτές αποτυπώθηκαν στο 1ο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ το 2013 και τέλος στ) η κυβερνητική σύμπραξη με τους ακροδεξιάς κατεύθυνσης ΑΝΕΛ δεν άφηναν περιθώρια για αυταπάτες.  

Αν, λοιπόν, είναι έτσι τα πράγματα τι όφειλε να πράξει η κομμουνιστική και ριζοσπαστική αριστερά; Ας ξεκινήσουμε με το ζήτημα του σχηματισμού κυβέρνησης και τη θέση του ΚΚΕ. Η τότε ΓΓ του κόμματος, Αλέκα Παπαρήγα, απέκλεισε κατηγορηματικά και τελεσίδικα το ενδεχόμενο να πάρει μέρος σε οποιαδήποτε κυβέρνηση, ανακοινώνοντας μάλιστα ότι ακόμη και σε περίπτωση που της ανατεθεί η εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, θα την καταθέσει άμεσα και δήλωσε πως «Το ΚΚΕ θα πάρει ψήφο μη συμμετοχής και όχι ψήφο συμμετοχής σε κυβέρνηση». Αν, όμως, ίσχυαν όλα τα παραπάνω που αναφέρθηκαν για το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ, μήπως είχε δίκιο η ηγεσία του ΚΚΕ; Η γνώμη μου είναι πως όχι και εξηγούμαι. 

Πρώτον, η δήλωση προεξοφλούσε με άκομψο τρόπο τους λόγους στήριξης του ΚΚΕ από τους ψηφοφόρους του και οι λόγοι αυτοί δεν τεκμαίρονταν από πουθενά. 

Δεύτερον, η μη συμμετοχή σε κυβέρνηση ανήχθη, με τη συγκεκριμένη δήλωση, σε θέση αρχής σε αντίθεση με το πνεύμα του 4ου συνεδρίου της ΚΔ. 

Τρίτον, δόθηκε το μήνυμα ότι το ΚΚΕ δεν μπαίνει ούτε καν στη διαδικασία κατάθεσης μιας πρότασης. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, στην εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, να καταθέσει ένα αντιιμπεριαλιστικό-αντιμονοπωλιακό πρόγραμμα, με άλλα λόγια ένα μίνιμουμ πρόγραμμα, στο οποίο θα καλείτο να πάρει θέση ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος είναι σαφές ότι δεν θα το δεχόταν. Επομένως, το ΚΚΕ και θα έδειχνε ότι δεν παραιτείται της πρόθεσής του να δώσει άμεσες ριζοσπαστικές λύσεις (με το μυαλό βεβαίως στην τελική σύγκρουση) και θα δημιουργούσε μία συζήτηση στην κοινωνία και θα έθετε τον ΣΥΡΙΖΑ σε θέση απολογητική.

 Τέταρτον, η άρνηση να μπει σε μία τέτοια διαδικασία θα συνεπαγόταν λογικά μιαν άλλη πολιτική πρόταση, αυτή της κοινωνικής επανάστασης, την οποία παρά τα υπερεπεναστατικά λόγια η ηγεσία του ΚΚΕ απέκρυπτε και αποκρύπτει  επιμελώς. 

Μία ισχυρή ένδειξη της αποτυχημένης πολιτικής του ΚΚΕ εκείνης της περιόδου είναι ότι στις εκλογές του Μαΐου του 2012 έλαβε το 8,48% και στις αμέσως επόμενες του Ιουνίου έλαβε μόλις 4,5%, χάνοντας 260.000 ψήφους.

Η ίδια λογική ακολουθήθηκε και στο δημοψήφισμα του 2015 για το οποίο η ηγεσία του ΚΚΕ αποδείχθηκε πλήρως αντιφατική, αφού ο νέος ΓΓ, Δημήτρης Κουτσούμπας, κατηγόρησε αργότερα τον ΣΥΡΙΖΑ για προδοσία του μηνύματος του δημοψηφίσματος. Με άλλα λόγια εφόσον η πρόταση ήταν για άκυρο-λευκό, τότε τι νόημα είχε η διαπίστωση περί προδοσίας; Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε και την αδιανόητη θέση του ΚΚΕ, υπερεπαναστατική στη διατύπωση αλλά απολύτως δεξιά στην πράξη, με βάση την οποία «τι ευρώ-τι δραχμή», «τι εντός-τι εκτός ΕΕ», θέση την οποία κατ’ επανάληψη έχει εξάρει ο αστικός πολιτικός κόσμος.   

Όσον αφορά την κινηματική πλευρά των πραγμάτων ξεκινώντας και πάλι από το ΚΚΕ, την περίοδο εκείνη των μεγάλων κινητοποιήσεων επέλεξε να ακολουθήσει την πολιτική των υγειονομικών ζωνών. 

Η εξωκοινοβουλευτική κομμουνιστική Αριστερά οφείλω να πω ότι έκανε βήματα. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ  πρόβαλε το μεταβατικό πρόγραμμα, προώθησε ως ένα βαθμό μία ενωτική πολιτική ενώ εμμέσως πλην σαφώς υπογράμμισε την πολιτική και οικονομική εξάρτηση της χώρας, με κάποιες δυνάμεις να κάνουν προς τιμήν τους τις υπερβάσεις τους και πήρε σωστή θέση στο δημοψήφισμα του 2015. Στη συνέχεια, όμως, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ ακολούθησε τη λεγόμενη αντικαπιταλιστική λογική η οποία αδυνατεί να δημιουργήσει κοινωνικές συσπειρώσεις. 

Σε κάθε περίπτωση, αν θέλουμε να συγκροτούμε πραγματικά ειλικρινείς και συντροφικές σχέσεις, οφείλουμε να ασκούμε κριτική σε ό,τι θεωρούμε ότι πήγε λάθος. Και υπήρξε ένα μέρος οργανώσεων που με τον ένα ή άλλο τρόπο συμμετείχαν στον ΣΥΡΙΖΑ ως συνιστώσες, με αγαθές προθέσεις και με σκοπό τη ριζοσπαστικοποίηση των ανθρώπων που ακολουθούσαν τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά όπως αποδείχθηκε στην πράξη η επιλογή αυτή ήταν λανθασμένη. Επιπλέον, σεχταριστική και όχι απλώς λανθασμένη ήταν και η στάση της πλειοψηφίας της ΑΝΤΑΡΣΥΑ απέναντι στην πρόταση της ΛΑΕ για κοινή εκλογική κάθοδο τον Σεπτέμβριο του 2015. Θεωρώ ότι χάθηκε μία ευκαιρία όχι απλώς εκλογικής συνεργασίας αλλά και κινηματικής στη συνέχεια.   

Με αυτές τις σκέψεις, εύχομαι η συγκεκριμένη θετική πρωτοβουλία να αποτελέσει το έναυσμα για μια άλλη λογική που θα δώσει πνοή τόσο στο κομμουνιστικό όραμα όσο και στο λαϊκό κίνημα. Σας ευχαριστώ θερμά.