Μανια Μπαρσέφσκι

Σας ευχαριστώ για την πρόσκληση σας να παρέμβω, πάνω στο ειδικότερο θέμα των αντιρατσιστικών αγώνων στην περίοδο 2010-2015,  στην εκδήλωση που οργανώνετε.

 Και  διαμέσου της εκδήλωση αυτής, γυρίζοντας πίσω στο παρελθόν, να εντοπίσω αντιφάσεις και ασυνέχειες που υπήρξαν σε ότι αφορά την αποσαφήνιση της  θέσης πως, πέρα από  ένα πεδίο  ιδεολογικής – αξιακής  σύγκρουσης με τις ρατσιστικές πολιτικές της  ΕΕ και του  ΝΑΤΟ, το αίτημα οι μετανάστες και οι πρόσφυγες όχι μόνο  να μπορούν να μετακινούνται ελεύθερα για μια καλύτερη ή ασφαλέστερη ζωή στις χώρες της Δύσης, αλλά και να μπορούν να διαβιώσουν σε αυτές ισότιμα με κάθε άλλον πολίτη, εκτός από το υπαρκτό ουμανιστικό του περιεχόμενο, έχει και ένα σαφές πολιτικό και ταξικό πρόσημο.

Και η πιο κατ’ επίφαση αριστερά, έστω και απλώς θεωρητικά, είναι αναγκασμένη να συμπεριλαμβάνει στις ιδεολογικές θέσεις της, ακόμα κι αν δεν τις υπηρετεί, την ισότητα όλων των ανθρώπων, ανεξαρτήτως εθνικότητας, φύλου, φυλής και θρησκείας. Χρειάστηκε ωστόσο να δώσουμε -και ακόμα δίνουμε- σκληρές ιδεολογικές μάχες, ακόμα και στο εσωτερικό της αριστεράς, για να πείσουμε ότι το αντιρατσιστικό μέτωπο είναι ένα αναπόσπαστο τμήμα των ταξικών αγώνων για την κοινωνική απελευθέρωση. 

Χωρίς αυτήν την πολιτική θεώρηση θα ήταν, πχ, δυνατό να αποδεχθούμε ότι οι Ισραηλινοί που έρχονται στην Ελλάδα για να γλυτώσουν από τους βομβαρδισμούς – απάντηση στην ισραηλινή επιθετικότητα, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα την ισραηλινή γενοκτονία των Παλαιστίνιων (εξαιρούνται, προφανώς, αυτοί που φεύγουν επειδή δεν την υποστηρίζουν), είναι πρόσφυγες πολέμου. Δεν είναι καθόλου έτσι, με το βάρος της συνευθύνης που φέρουν για την παλαιστινιακή γενοκτονία. Οι άνθρωποι που οφείλουμε να υποστηρίζουμε ως πρόσφυγες πολέμων ή φτώχειας ΔΕΝ δημιούργησαν τους πολέμους, ή την τεράστια φτώχεια στον πλανήτη, αλλά υφίστανται τις συνέπειες τους.   

Ένας από τους πιο εμβληματικούς αγώνες που δόθηκε σχεδόν αμέσως μετά την ψήφιση του πρώτου μνημονίου, που συμπύκνωνε τόσο αντιρατσιστικά όσο και ταξικά χαρακτηριστικά, ήταν ο αγώνας των 300 μεταναστών εργατών το 2011, κυρίως από χώρες του Μαγκρέμπ, που ήρθαν από την Κρήτη, όπου δούλευαν χωρίς άδειες νόμιμης παραμονής, για να διεκδικήσουν την νομιμοποίηση τους και μαζί με αυτούς μία νέα διαδικασία νομιμοποίησης  όλων των μεταναστών εργατών  που υπόκεινταν -και  συνεχίζουν να υπόκεινται- σε μια διπλή εκμετάλλευση: 

Αφενός την εκμετάλλευση που αφορά όλους τους εργαζόμενους στη χώρα, ιδίως αμέσως μετά την ψήφιση του πρώτου μνημονίου που έβαλε στο στόχαστρο της κάθε προηγούμενη προστατευτική διάταξη του ατομικού και συλλογικού Εργατικού Δικαίου για την εργασία, αφαιρώντας ταυτόχρονα από τα σωματεία το όπλο των συλλογικών διαπραγματεύσεων για την σύναψη ΣΣΕ, και αφετέρου την συστηματική υπερεκμετάλλευση των αλλοδαπών εργατών  που εργάζονται σε συνθήκες μη νόμιμης διαμονής και εργασίας, από εργοδότες που μπορούν ανά πάσα στιγμή να πυροδοτήσουν εκβιαστικά το όπλο της απέλασης τους. 

Κατά έναν παράδοξο τρόπο, ήταν ακριβώς αυτή η υπερεκμετάλλευση και η πρόσθετη ευαλωτότητα των αλλοδαπών εργατών που, αντί να πυροδοτεί την αλληλεγγύη,  πυροδοτούσε συγκρούσεις με στελέχη της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, αρκετά από τα οποία είχαν βρει ήδη από τότε πολιτική στέγη και μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, και τα οποία υποστήριζαν πως το γεγονός ότι οι αλλοδαποί εργάτες ήταν αναγκασμένοι να κρύβονται, άρα να μην έχουν την ευχέρεια να διεκδικούν δημόσια και να εργάζονται με μισθούς σαφώς μικρότερους από τους συνήθεις, λειτουργούσε ανταγωνιστικά με τις διεκδικήσεις των Ελλήνων εργαζομένων για αυξήσεις των μισθών. Στην πραγματικότητα, η αλήθεια ήταν πιο απλή και πιο κυνική: οι μετανάστες και οι πρόσφυγες δεν είχαν δικαίωμα ψήφου και θεωρούνταν «βαρίδια» για  την απεύθυνση σε ένα πιο συντηρητικό κοινωνικό σώμα, στην ψήφο του οποίου προσέβλεπε ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτήν την έλλειψη σαφούς ιδεολογικού, ταξικού και αξιακού προσανατολισμού για τους ποιους υπερασπιζόμαστε, την έλλειψη μιας βαθιάς ιδεολογικής δουλειάς και προετοιμασίας εντός του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και προς τα έξω, προς την κοινωνία, για τις συγκρούσεις που συνεπαγόταν μία πραγματική αντιπαράθεση με τις πολιτικές της «τρόικας» και της ΕΕ, την πληρώσαμε μετά το 2015, και την πληρώσαμε πολύ ακριβά.   

Μία από τις μεγάλες νίκες του μεγαλειώδους αγώνα των μεταναστών εργατών της Υπατίας ήταν ακριβώς ότι κατέρριψε με πάταγο αυτό το επιχείρημα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. 

Ο αλληλέγγυος αγώνας στους μετανάστες απεργούς πείνας της Υπατίας δεν ήταν ο μόνος που δόθηκε για τους μετανάστες εργάτες ή τους πρόσφυγες στην περίοδο 2010 – 2015. 

Μόνο ενδεικτικά, αναφέρω:

–            Το κίνημα αλληλεγγύης στους μετανάστες εργάτες της Μανωλάδας, όταν, το 2013, 35 εργάτες φράουλας από το Μπαγκλαντές, που ζούσαν σε συνθήκες πλήρους εξαθλίωσης και υπερεκμετάλλευσης πυροβολήθηκαν και τραυματίστηκαν από τον φρουρό επίβλεψης τους επειδή διεκδίκησαν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας 

–            Το κίνημα αλληλεγγύης για την δικαίωση των διασωθέντων από το ναυάγιο στο Φαρμακονήσι που είχε προκαλέσει το 2014 το ελληνικό Λιμενικό, έναν προάγγελο του ναυαγίου της Πύλου, με 11 νεκρούς, στην πλειοψηφία τους γυναίκες και παιδιά που πνίγηκαν

–            Τον αγώνα για την απόδοση ελληνικής ιθαγένειας για όλα τα παιδιά που φοιτούσαν στο ελληνικό σχολείο, ανεξαρτήτως του καθεστώτος νόμιμης ή όχι διαμονής των γονέων τους  

Ωστόσο η απεργία πείνας των 300 μεταναστών εργατών στο Μέγαρο της Υπατίας, για τον οποίο κλήθηκα κυρίως να μιλήσω εδώ, ήταν ο αγώνας που αμέσως μετά την ψήφιση του πρώτου μνημονίου κατάφερε να αποκτήσει την μεγαλύτερη ορατότητα, καταφέρνοντας να πυροδοτήσει την αλληλεγγύη εκατοντάδων ανθρώπων, που συσπειρώθηκαν πολύ ενεργά γύρω από  αυτόν τον αγώνα με πρωτόγνωρο ενθουσιασμό. 

Για λόγους αλήθειας των ιστορικών γεγονότων, οφείλω να πω ότι η πρόταση των ίδιων των μετέπειτα απεργών πείνας να έρθουν στην Αθήνα για να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους, αγκαλιάστηκε καταρχάς από μία μικρή ομάδα ανθρώπων, κυρίως από το Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα, την Νεολαία ΣΥΡΙΖΑ και από την Κίνηση Απελάστε τον Ρατσισμό. Η πρόταση, θυμάμαι, είχε προκαλέσει αρχικά μεγάλες αμφιβολίες, όχι ως προς το περιεχόμενο της, αλλά ως προς της δυνατότητα υλοποίησης της. Το αντιρατσιστικό κίνημα δεν είχε ακόμα εκπαιδευτεί στην στήριξη τέτοιων εγχειρημάτων και η έμπρακτη αλληλεγγύη που εκφράστηκε στη συνέχεια από  δεκάδες σωματεία, πολιτικούς φορείς της ριζοσπαστικής αριστεράς, καλλιτέχνες,  μεμονωμένους αλληλέγγυους, υπερέβη τις προσδοκίες αυτών που είχαν από την αρχή ταχθεί υπέρ του. Ένα πλήθος ανθρώπων, με διαφορετική προέλευση πολιτικών χωρών της ριζοσπαστικής αριστεράς, ένωσαν τις δυνάμεις τους για την υλοποίηση ενός κοινού στόχου. Όπως έγινε πρόσφατα, με την Πορεία προς την Γάζα. 

Η ίδια η άφιξη των μεταναστών εργατών τα χαράματα στο Λιμάνι του Πειραιά, ήταν από μόνη της ένα πολιτικό γεγονός. Πολλές δεκάδες αλληλέγγυοι είχαν συγκεντρωθεί στις 04.00 στην προβλήτα του λιμανιού για τους συνοδεύσουν στην Νομική Σχολή, στην οποία είχε προγραμματιστεί αρχικά η εγκατάσταση τους. Οι λόγοι ήταν το πανεπιστημιακό άσυλο, που υπήρχε ακόμα, και η ορατότητα της κινητοποίησης, στην καρδιά του κέντρου της Αθήνας. Ωστόσο η κίνηση αυτή προκάλεσε την λυσσαλέα αντίδραση των ΜΜΕ και πανικό στο καθηγητικό κατεστημένο της Σχολής, που αρνήθηκε να τους δεχθεί. Ο πρύτανης του ΕΚΠΑ, Θ. Πελεγρίνης, απείλησε με άρση του πανεπιστημιακού ασύλου και η πιθανότητα καταστολής της κινητοποίησης με την έναρξη της ήταν εξαιρετικά πιθανή. Πλήθος αλληλέγγυων συγκεντρώθηκαν στην Νομική και ανάγκασαν τον Πελεγρίνη να αναζητήσει ο ίδιος, απρόθυμα, συμβιβαστική λύση, που ήταν η μεταφορά των απεργών πείνας στο Μέγαρο της Υπατίας. 

Είχαμε να λύσουμε πάρα πολλά τεχνικά προβλήματα: Ήταν χειμώνας, στην διάρκεια της απεργίας πείνας έπεσαν ακόμη και  πυκνά χιόνια, έπρεπε να διασφαλίσουμε για τους απεργούς πείνας συνθήκες κατάλληλες για την διαβίωση τους, ιδίως  όταν θα άρχιζαν να εξαντλούνται σωματικά. Συστρατεύτηκαν αρχιτέκτονες και μηχανικοί, ένα μέρος των απεργών στεγάστηκαν στο εσωτερικό του ισογείου του κτιρίου, οι υπόλοιποι στον εξωτερικό χώρο. Διατέθηκαν και μεταφέρθηκαν σκηνές, φορητές σόμπες και τουαλέτες, τοποθετήθηκαν παλέτες για τα στρώματα, προσφέρθηκαν δεκάδες κουβέρτες, παπλώματα και σλίπινγκ μπανγκς. Οργανώθηκε ομάδα γιατρών για να παρακολουθούν την εξέλιξη της υγείας του κάθε απεργού πείνας ατομικά. Κοινό συντονιστικό με τους απεργούς πείνας για τις διαπραγματεύσεις με τον τότε υπουργό Εσωτερικών του ΠΑΣΟΚ και αρμόδιο για ζητήματα μετανάστευσης Γ. Ραγκούση (μετέπειτα βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ), ο οποίος αρνήθηκε μέχρι τέλους την ικανοποίηση των αιτημάτων των μεταναστών εργατών και πίεζε για την απομάκρυνση τους από την Υπατία. Ομάδες για να ενημερώνουν πρωί – βράδυ με ντουντούκες τους περαστικούς. Ομάδες για να βρίσκονται σε 24ωρη βάση δίπλα σε όλους τους απεργούς πείνας που μεταφέρονταν σε νοσοκομεία. Ομάδα για να συντονίζει τις συνεντεύξεις τύπου και τις εκδηλώσεις αλληλεγγύης από πλήθος σωματείων. Η χρονική απόσταση με κάνει να αδικώ ενδεχομένως κάποιες από τις μορφές αλληλεγγύης που εκφράστηκαν. Εκείνο που σίγουρα θυμάμαι, είναι ότι επί 44 μέρες, το Μέγαρο της Υπατίας είχε μεταβληθεί σε ένα κέντρο αγώνα, που με καλό καιρό, χιόνια ή βροχή, έσφυζε από ανθρώπους και αλληλεγγύη. 

Η απεργία πείνας έληξε την 44η μέρα, στις 9/3 του 2011, με πίεση των αλληλέγγυων προς τους μετανάστες απεργούς πείνας, όταν κάποιοι από αυτούς άρχιζαν να βρίσκονται σε σοβαρό και άμεσο κίνδυνο ζωής. Θεωρώ ότι ήταν μια σωστή απόφαση, παρόλο που δεν επιτεύχθηκε ένα μεγάλο μέρος των αιτημάτων των απεργών. Αυτό που κερδήθηκε ήταν η μείωση των ενσήμων που χρειάζονταν οι μετανάστες για να πιστοποιούν την εργασία τους στην χώρα προκειμένου να παίρνουν άδειες παραμονής και η ανανέωση ανά εξάμηνο των αδειών παραμονής των μεταναστών που πήραν μέρος στην απεργία πείνας. Χρειάστηκαν ωστόσο και άλλοι αγώνες, μεταγενέστερα, για υλοποιηθούν οι υποσχέσεις που είχε δώσει τότε ο Γ. Ραγκούσης.  

Η μεγαλύτερη όμως νίκη ήταν αυτή της αλληλεγγύης, της αυτοπεποίθησης και της ορατότητας των «αόρατων» μεταναστών,  της πεποίθησης ότι  οι ταξικοί αγώνες ντόπιων και μεταναστών είναι κοινοί. Ότι αυτό που φαινόταν αρχικά ανέφικτο ως αγώνας, ήταν εφικτό. 

Κατά έναν ειρωνικό τρόπο, οι θέσεις για την υπεράσπιση των προσφύγων και των μεταναστών, που με περισσή δυσκολία κατάφερε το τότε Τμήμα Δικαιωμάτων να εντάξει στις προγραμματικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν αυτές ακριβώς που επικαλέστηκε ένας μεγάλος αριθμός μελών του, ιδιαίτερα από τον χώρο των 53+,  για να δικαιολογήσει την παραμονή του στον ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά, ως θέσεις αποκομμένες από το πολιτικό πλαίσιο της σύγκρουσης με την ΕΕ, ήταν κι αυτές μη υλοποιήσιμες. Και παρότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απέκτησε ποτέ την ρατσιστική αντιμεταναστευτική ρητορική της ΝΔ, αξίζει να θυμηθούμε, μεταξύ πολλών άλλων, ότι ήταν ο ίδιος ο Τσίπρας που διαπραγματεύτηκε με τον Ερντογάν, για λογαριασμό της ΕΕ, την κατάπτυστη συμφωνία ΕΕ – Τουρκίας για τα pushbacks των προσφύγων στο Αιγαίο, που έχουν στοιχίσει πάρα πολλές εκατοντάδες ανθρώπινες ζωές: Μόνο στο ναυάγιο της Πύλου, πάνω από 600.

Αντλώντας συμπεράσματα από αυτόν τον αγώνα που δόθηκε στην Υπατία για το  σήμερα, κανένα από τα επίδικα της τότε απεργίας πείνας δεν θα είχε γίνει εφικτό, αν δεν  υπήρχε πολιτική συσπείρωση της ριζοσπαστικής αριστεράς, που στην πράξη εντάχθηκε σύσσωμη και καθοδήγησε τον αγώνα των αλληλέγγυων.  Ακόμη και μεμονωμένα στελέχη του ΚΚΕ μπόρεσαν να διαγνώσουν την σημασία αυτού του αγώνα. 

Σήμερα, με την γενοκτονία που συντελείται στην Παλαιστίνη και τον γενικευμένο  όλεθρο που επικρέμεται ως απειλή πάνω από κεφάλια μας,  με τον πόλεμο που έχει ξεκινήσει το ναζιστικό μόρφωμα του Ισραήλ κατά του Ιράν έχοντας την στρατιωτική και πολιτική στήριξη των ΗΠΑ και της ΕΕ, την πλήρη διαθεσιμότητα της ελληνικής κυβέρνησης να συμμετάσχει σε αυτόν τον επιθετικό ισραηλινό πόλεμο, δεν μπορούν να δοθούν αποτελεσματικοί αγώνες χωρίς πολιτική συσπείρωση της ριζοσπαστικής αριστεράς. Και αν αυτός ο στόχος θεωρείται από κάποιους ότι δεν έχει ακόμα ωριμάσει, ας διατρανώσουμε, τουλάχιστον, την ενότητα μας στο πεδίο των αγώνων. Χωρίς αυτήν την ενότητα, το μέλλον μας, όχι μόνο το μέλλον της ριζοσπαστικής αριστεράς, αλλά και η επιβίωση των κοινωνιών μας, είναι εξαιρετικά επισφαλής.