Γιατί ηττήθηκε το εργατικό κίνημα στον ιδιωτικό τομέα την περίοδο 2010 – 2015
Τα εργατικά σωματεία και ο ρόλος τους
- Ο ρόλος των εργατικών σωματείων είναι να βελτιώνουν τη θέση των εργαζόμενων.
- Για την αριστερά, τα σωματεία είναι το μέσο/πεδίο για να έρθει σε επαφή με τους εργαζόμενους και να πολιτικοποιήσει τα αιτήματά τους.
- Τα σωματεία όπως και τα κινήματα δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τα πολιτικά κόμματα. Ο ρόλος των σωματείων έχει όρια καθώς τα σωματεία μπορούν να πυροδοτήσουν ή να επιταχύνουν πολιτικές εξελίξεις, αλλά δεν είναι φορείς πολιτικής αλλαγής όπως τα πολιτικά κόμματα/οργανώσεις.
- Ο στόχος των κινητοποιήσεων είναι η ικανοποίηση των αιτημάτων των εργαζομένων. Συνεπώς η αποτίμηση τους γίνεται βάσει της ικανοποίησης των αιτημάτων τους. Οι αγώνες που αφήνουν παρακαταθήκη για το μέλλον είναι αυτοί που κερδίζουν και όχι οι ηρωικές ήττες.
Οι εργατικές κινητοποιήσεις την περίοδο 2010 – 2015
Η περίοδος 2010 – 2015 αποτελεί μια ιστορική περίοδο για την κοινωνία στην Ελλάδα, καθώς η αστική τάξη εφαρμόζει σκληρά μέτρα λιτότητας, διαρρηγνύοντας το μεταδικτατορικό κοινωνικό συμβόλαιο, ενώ η πλειονότητα των εργαζομένων αμφισβητεί τόσο το αφήγημα, όσο και τα μνημονιακά μέτρα. Η περίοδος αυτή χωρίζεται σε δυο υποπεριόδους. Η πρώτη υποπερίοδος 2010 – 2013 χαρακτηρίζεται από πολλές και δυναμικές εργατικές κινητοποιήσεις, υπό την πίεση και την οργή των εργαζομένων. Τα εργατικά σωματεία όπως και οι συνομοσπονδίες πιέστηκαν από τις βάσεις τους, αντί να είναι τα ίδια η εμπροσθοφυλακή των κινητοποιήσεων. Τα αιτήματα των εργαζομένων αυτή την περίοδο είναι κυρίως αμυντικά, ζητώντας ως επί το πλείστον διατήρηση ή επαναφορά των προηγούμενων κεκτημένων. Ο κόσμος της εργασίας ήταν πιο μπροστά από τα συνδικάτα του. Σταδιακά, από τις αρχές του 2013, οι εργατικές κινητοποιήσεις μειώθηκαν, καθώς οι περισσότεροι εργατικοί αγώνες ηττήθηκαν. Κατά τη δεύτερη υποπερίοδο (2013 – 2015), αφού οι εργαζόμενοι βγήκαν μαζικά στους δρόμους, έφαγαν ξύλο και δακρυγόνα χωρίς να ικανοποιηθούν τα αιτήματά τους, ανέθεσαν τις προσδοκίες τους στον ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος έθεσε ως πρόταγμα την αριστερή διακυβέρνηση και την κατάργηση των μνημονίων.
Παρότι οι εργατικοί αγώνες της περιόδου 2010 – 2013 ήταν μαζικοί, δυναμικοί, με μεγάλη διάρκεια σε ορισμένες περιπτώσεις, σε συντονισμό με άλλα κινήματα και ξεπερνώντας ως μέσο την απεργία κάποιες φορές ακολούθησαν πιο σκληρά μέσα, όπως τις καταλήψεις δημοσίων κτηρίων και χώρων εργασίας, τελικά δεν κατάφεραν στην πλειονότητα τους να πετύχουν τους στόχους τους.
Ο πιο δυναμικός εργατικός αγώνας με τη μεγαλύτερη διάρκεια αυτή την περίοδο είναι των εργαζομένων της Χαλυβουργίας Ελλάδος (Χ.Ε.) στο εργοστάσιο του Ασπροπύργου. Ξεκίνησε τον Νοέμβρη του 2011, όταν η εργοδοσία προχώρησε σε μαζικές απολύσεις, αφού είχε ανακοινώσει αρχικά μειώσεις μισθών. Παρότι οι χαλυβουργοί κατάφεραν να περιφρουρήσουν τον αγώνα τους στο εργοστάσιο για εννιά ολόκληρους μήνες, με την έμπρακτη αλληλεγγύη εργαζομένων από όλους τους κλάδους και την υποστήριξη της κοινής γνώμης, ο αγώνας τους δεν κατάφερε να κερδίσει. Aνέστειλαν τις κινητοποιήσεις τους εννιά μήνες μετά, αφού εισέβαλαν τα ΜΑΤ της νεοκλεγείσας τρικομματικής κυβέρνησης Σαμαρά – Βενιζέλου – Κουβέλη (ΝΔ – ΠΑΣΟΚ – ΔΗΜΑΡ), και το εργοστάσιο τελικά έκλεισε. Οι δυο προφανείς αιτίες της ήττας είναι, αφενός η απουσία ενιαίας εκπροσώπησης των εργαζομένων με τη λειτουργία διασπαστικού σωματείου στην παραγωγική μονάδα του Βόλου, το οποίο δεν συμμετείχε στις κινητοποιήσεις και η παραγωγή διοχετευόταν εκεί, και αφετέρου η απουσία ενιαίου συντονισμού των αγώνων της περιόδου, λόγω της σεχταριστικής αντίληψης του ΠΑΜΕ που καθοδηγούσε τον συγκεκριμένο αγώνα, το οποίο δεν ήθελε κοινό συντονισμό. Κανένας από αυτούς τους λόγους, όμως, δεν είναι επαρκής για να δικαιολογήσει το κλείσιμο του εργοστασίου. Πλέον, η Χαλυβουργία Ελλάδος έχει προχωρήσει σε δραστικό κούρεμα των τεράστιων δανειακών της υποχρεώσεων (μέρος των δανείων της κουρεύτηκε κατά 85%), οι μέτοχοι διατήρησαν τα ποσοστά τους και το έτος 2022 έκλεισε με κέρδη 25 εκατ Ευρώ. Βασική προϋπόθεση για την επιτυχία του εν λόγω αγώνα θα ήταν να είχε θέσει το σωματείο, αλλά και τα πολιτικά κόμματα (ειδικά σε εκείνη την περίοδο ο ΣΥΡΙΖΑ) το αίτημα του εργατικού ελέγχου και της κοινωνικοποίησης του τραπεζικού συστήματος, καθώς οι εργάτες δεν είχαν διαπραγματευτική ισχύ σε περίοδο οικονομικής ύφεσης και μείωσης της παραγωγής σε ένα εργοστάσιο με τεράστια χρέη.
Δυο επίσης σημαντικοί αγώνας της περιόδου είναι οι καταλήψεις της ΓΕΝΟΠ – ΔΕΗ (2011) στο κέντρο έκδοσης λογαριασμών για το χαράτσι (ΕΕΤΗΔΕ) στους λογαριασμούς της ΔΕΗ, με τη συνεργασία του Εργατικού Κέντρου Αθήνας, και στο πληροφοριακό κέντρο (2012) για τη μη πληρωμή του από μεγάλες επιχειρήσεις, και η πολύμηνη κατάληψη στο ραδιομέγαρο της ΕΡΤ, μετά το μαύρο στη δημόσια τηλεόραση. Ο πρώτος αγώνας, σε συνδυασμό με το τεράστιο κύμα κινητοποιήσεων «δεν πληρώνω», κέρδισε μόνο ως προς το ότι αποδεσμεύτηκε το χαράτσι από τους λογαριασμούς ηλεκτρισμού και επιβλήθηκε αυτοτελώς (ΕΝΦΙΑ), ενώ η κατάληψη της ΕΡΤ ήταν από τους μοναδικούς αγώνες που κέρδισαν με την επαναλειτουργίας της το 2015, από τις ελάχιστες δεσμεύσεις που έκανε πράξη η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Αμφότερες οι ομοσπονδίες (ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ & ΠΟΣΠΕΡΤ) προχώρησαν σε δυναμικές κινητοποιήσεις υπό την πίεση του κόσμου και την επίδειξη αντανακλαστικών εκ μέρους των συνδικαλιστικών τους ηγεσιών, που διασπάστηκαν εν τέλει από την ΠΑΣΚΕ και στις αρχές του 2013 δημιούργησαν τη νέα συνδικαλιστική παράταξη ΕΜΕΙΣ.
Ένας άλλος δυναμικός αγώνας που είχε όλα τα χαρακτηριστικά για να πετύχει ήταν αυτός των εργαζομένων του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Οι εργαζόμενοι, λόγω της επικείμενης «εξυγίανσής» του, ζήτησαν να διατηρήσει τον δημόσιο χαρακτήρα του και να μην γίνουν απολύσεις. Παρότι οι εργαζόμενοι προχώρησαν σε επαναλαμβανόμενες απεργίες με 100% συμμετοχή των εργαζομένων, με μαζικές συνελεύσεις, διαδηλώσεις και πολυήμερη κατάληψη του κεντρικού κτηρίου (πρωτοφανές γεγονός για τράπεζα), με την υποστήριξη του κλάδου και των πελατών του Τ.Τ, τελικά το Τ.Τ. διασπάστηκε σε «καλή» και «κακή» τράπεζα, με την «καλή» να χαρίζεται για να σωθεί η Eurobank και οι μισθοί των εργαζομένων να μειώνονται κατά 30%. Αυτό το οποίο κέρδισαν οι εργαζόμενοι είναι ότι οι απολύσεις μετατράπηκαν σε εθελούσιες εξόδους, με πρόγραμμα πρόωρης συνταξιοδότησης. Παρότι οι εργαζόμενοι έθεσαν το θέμα της δημόσιας τράπεζας, που εν προκειμένω ήταν και η πιο υγιής του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, και έδωσαν έναν αγώνα με διαπραγματευτική ισχύ λόγω της ευαισθησίας του τραπεζικού συστήματος, δεν κατάφεραν να κερδίσουν, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε σε αυτή την περίπτωση ζήτησε, έστω προεκλογικά, την κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος.
Προϋποθέσεις για την νίκη των εργατικών κινητοποιήσεων
Βασική προϋπόθεση για την επιτυχία ενός εργατικού αγώνα είναι η ίδια η λειτουργία του σωματείου. Το 2010 το συνδικαλιστικό κίνημα ήταν ήδη διαλυμένο, δηλαδή πολυδιασπασμένο, με απουσία ενιαίων σωματείων ανά χώρο εργασίας, χωρίς ενιαία εκπροσώπηση στην ανώτατη βαθμίδα του, δηλαδή δημοσίου-ιδιωτικού τομέα, με πολύ χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα στον ιδιωτικό τομέα, γραφειοκρατία και πλήθος εργοδοτικών σωματείων. Ένας σημαντικός λόγος της κρίσης εκπροσώπησης είναι ότι για κάποιους ο συνδικαλισμός είναι επάγγελμα και καριέρα. Ενώ η αριστερά θεωρεί ότι οι πολιτικές έχουν σημασία και όχι τα πρόσωπα, αρκετοί αριστεροί συνδικαλιστές εκλέγονται και επανεκλέγονται για δεκαετίες, αντί να κάνουν την θητεία τους και να εκπαιδεύσουν νέους συνδικαλιστές. Όπως επίσης αρκετοί αριστεροί συνδικαλιστές στον ιδιωτικό τομέα κατέχουν ταυτόχρονα και διευθυντικές θέσεις, ενώ υπάρχουν ακόμα και «αριστερά» εργοδοτικά σωματεία. Συνεπώς, όταν θεωρία και πράξη δεν συμβαδίζουν, τα σωματεία και οι συνδικαλιστές δεν χαίρουν της εμπιστοσύνης των εργαζομένων. Τέλος, ένα σημαντικό πρόβλημα είναι ο τρόπος που κάποια σωματεία θέτουν τα αιτήματά τους. Σε ανακοινώσεις σωματείων παρατηρείται το φαινόμενο να ξεκινούν με κάποια άμεσα αιτήματα, όπως η εναντίωση στις μειώσεις μισθών, και να καταλήγουν χωρίς λογική συνέχεια σε μαξιμαλιστικά αιτήματα (όπως π.χ. «έξω οι βάσεις του θανάτου από την Ελλάδα»), χωρίς να μεσολαβούν κάποια μεταβατικά αιτήματα και χωρίς φυσικά να εξηγούνται επαρκώς.
Ακόμα και εάν ένα εργατικό σωματείο λειτουργεί υποδειγματικά, αρκετές φορές δεν επαρκεί για να νικήσει, καθώς ο αγώνας που δίνει μπορεί να έχει τέτοια πολιτικά χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν τη δυνατότητα του ίδιου του σωματείου. Την περίοδο 2010 – 2015 υπήρξε ένας πολιτικός φορέας, ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος ζήτησε να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας μια αριστερή κυβέρνηση που θα καταργήσει τα μνημόνια. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν διεκδίκησε ένα διαφορετικό μοντέλο εξουσίας, αλλά πρότεινε τη διατήρηση της προϋπάρχουσας κατάστασης, αυτής δηλαδή πριν τα μνημόνια, με την οποία, προφανώς, ο κόσμος της εργασίας έτσι κι αλλιώς δεν ήταν ικανοποιημένος.
Η τρίτη προϋπόθεση είναι αυτή της πολιτικής συγκυρίας. Η περίοδος 2010 – 2015 αποτέλεσε την ιστορική καμπή όπου ο φόβος άλλαξε πλευρά και ο κόσμος πολιτικοποιήθηκε, βγήκε μαζικά και δυναμικά στους δρόμους, αμφισβητώντας το υπάρχον μοντέλο εξουσίας. Η περίοδος αυτή θα είχε διαφορετική κατάληξη για το εργατικό κίνημα, εάν ο συνδικαλισμός στην Ελλάδα λειτουργούσε διαφορετικά και υπήρχε ένα διαφορετικό από το υπάρχον πολιτικό αφήγημα και όραμα για τον κόσμο της εργασίας.
Η επόμενη ιστορική καμπή πιθανώς να έρθει πιο σύντομα απ’ ό,τι φανταζόμαστε, λόγω της πολεμικής περιόδου, όμως η αριστερά στο σύνολο του δυτικού κόσμου είναι διαλυμένη και σε πολύ χειρότερη θέση από ήταν το 2010, χωρίς αφήγημα, όραμα και σχέδιο για το μέλλον και, φυσικά, χωρίς επί της ουσίας να έχει πάρει θέση στον πόλεμο, ο οποίος έχει χαρακτηριστικά παγκόσμιας σύγκρουσης.
