Το κόμμα του χαρισματικού, χωρίς γραβάτα, νεαρού, όμορφου Τσίπρα, το οποίο ένα μεγάλο μέρος της τουρκικής αριστεράς υποστήριξε με ενθουσιασμό, του οποίου την εκλογική νίκη σχεδόν πανηγύρισε πλασαρίστηκε ως πρότυπη εμπειρία για την Τουρκία.
Στις 25 Ιανουαρίου 2015, εν μέσω του κύματος δυστυχίας και οργής που δημιούργησε η κρίση, ο Συνασπισμός της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ) αναδείχθηκε νικητής των εκλογών με περίπου 35% των ψήφων. Λειτούργησε ως κόμμα της Τρόικας εξαρτημένο από τον ιμπεριαλισμό. Η μεγαλύτερη -αντεπαναστατική- « επιτυχία » της ήταν να υποστηρίξει το επαναστατικό κύμα και να εφαρμόσει τις πολιτικές λιτότητας της Τρόικας με έναν « αριστερό » λόγο.
Οι πολιτικές που επέβαλε η Τρόικα περιελάμβαναν τη μείωση των δημόσιων δαπανών, τη μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, τη μείωση των συντάξεων, την κατάργηση των μπόνους, τη μείωση της απασχόλησης στο δημόσιο τομέα και τη συγχώνευση δήμων και τοπικών αυτοδιοικήσεων για εξοικονόμηση χρημάτων. Αποφασίστηκε επίσης η αύξηση των συντελεστών ΦΠΑ και η αύξηση των φόρων σε προϊόντα όπως η βενζίνη και ο καπνός, προκειμένου να αυξηθούν τα έσοδα του προϋπολογισμού. Η πρόωρη συνταξιοδότηση περιορίστηκε και το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης αυξήθηκε στα 67 έτη. Η διαδικασία αναδιάρθρωσης στους τομείς της εκπαίδευσης, της υγείας και των συντάξεων, καθώς και η εκκαθάριση της δημόσιας δομής σε αυτούς τους τομείς, επιταχύνθηκε.
Αριστερές δυνάμεις στην Ελλάδα αντιτάχθηκαν στα μέτρα λιτότητας. Ταξικά συνδικάτα και μία σημαντική μερίδα των εργατών και εργαζομένων αγωνίστηκαν ενάντια στις οικονομικές και πολιτικές συνέπειες των μνημονίων. Το ΚΚΕ πρότεινε ένα σοσιαλιστικό πρόγραμμα που περιελάμβανε την κατάσχεση μεγάλων τραπεζών και μονοπωλίων ενόψει της κρίσης. Ενώ πρόβαλε τα αιτήματα του γενικού του προγράμματος, δεν προσπάθησε να τα μετατρέψει σε συνθήματα που θα συνδυάζονταν με επείγοντα αιτήματα και θα τα συνέδεαν με την καθημερινή ζωή των μαζών. Δεν διατύπωσε μεταβατικά αιτήματα που θα αποτελούσαν μια μετάβαση σε σοσιαλιστικά μέτρα, που θα κέρδιζαν τη γενική μάζα του λαού και θα την παρακινούσαν να αγωνιστεί, και περιορίστηκε σε ένα γενικό πρόγραμμα για το μέλλον και σε ένα κάλεσμα για σοσιαλισμό. Η στάση αυτή δεν βοήθησε να δημιουργηθεί ένα κοινό μέτωπο που θα έβαζε ένα φραγμό των εργατών και εργαζομένων στην πολιτική των κυβερνήσεων και της τρόικας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη πλευρά, εμφανίστηκε με αιτήματα και συνθήματα που θα ανταποκρινόταν στα καθημερινά και επείγοντα αιτήματα του λαού. Ωστόσο, η συνολική του πλατφόρμα δεν είχε έναν αντιιμπεριαλιστικό ορίζοντα που θα άλλαζε τις ιμπεριαλιστικές σχέσεις εξάρτησης της Ελλάδας, πόσο μάλλον να ξεπερνούσε τον καπιταλισμό. Επομένως, η αντίφαση μεταξύ των αιτημάτων του και της πολιτικής του πλατφόρμας θα κατέληγε αναπόφευκτα σε προδοσία, και έτσι έγινε.
Η προδοσία αυτή δεν περιορίστηκε μόνο με την Ελλάδα αλλά σε πάρα πολλές χώρες οι λεγόμενες αριστερές δυνάμεις, σοσιαλδημοκράτες, πολλοί αστοί διανοούμενοι και φιλελεύθεροι συγχάρηκαν τον ΣΥΡΙΖΑ για τη νίκη του και πήγαν να δείξουν ως μοντέλο για τη σημερινή συγκυρία.
« Αγαπητέ Αλέξη Τσίπρα », οι Συμπρόεδροι του HDP ανέφεραν « …Συγχαίρουμε εσάς και όλο τον ελληνικό λαό για την ιστορική σας νίκη. Πιστεύουμε ότι οι αρχές της δικαιοσύνης, της ισότητας και της ελευθερίας που έχετε ασπαστεί θα ξεπεράσουν την καταπίεση που έχει επιβάλει η νεοφιλελεύθερη Τρόικα στον ελληνικό λαό. Ως δύο αδελφά κόμματα που έχουν
υιοθετήσει την ισότητα και την ελευθερία των καταπιεσμένων λαών σε όλο τον κόσμο, εκτιμούμε την αλληλεγγύη και τη στρατηγική συνεργασία HDP-ΣΥΡΙΖΑ.».
Οι Συμπρόεδροι του ÖDP μετέφεραν επίσης τα συγχαρητήριά τους στον ΣΥΡΙΖΑ, δηλώνοντας ότι «προσπάθησαν να καλλιεργήσουν παρόμοιες ελπίδες και στις δύο πλευρές με αλληλεγγύη». «Η επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ είναι μια έκφραση της αναζήτησης του λαού για μια νέα τάξη πραγμάτων που αναπτύσσεται στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο απέναντι στον καπιταλισμό, ο οποίος δεν υπόσχεται στην ανθρωπότητα τίποτα άλλο παρά βαρβαρότητα». «Η ελπίδα νίκησε στην Ελλάδα», δήλωσε το ÖDP.
Όμως αυτή η ρεφορμιστική και φιλελεύθερη στάση δεν ήταν κοινή για την κουρδική και τουρκική αριστερά. Επαναστατικές και κομμουνιστικές οργανώσεις κράτησαν μία επαναστατική στάση και υπογράμμισαν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ με φιλελεύθερες θέσεις και προγράμματα δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις ταξικές απαιτήσεις του ελληνικού λαού των εργατών και εργαζομένων. Το Κόμμα Εργασίας ΕΜΕΡ απ’ την πρώτη στιγμή είχε σχολιάσει την νίκη του ΣΥΡΙΖΑ προς αυτή την κατεύθυνση.
Ακόμη και πριν ανέλθει στην εξουσία, ο Βαρουφάκης είχε διαβεβαιώσει το διεθνές κεφάλαιο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα φιλελεύθερο «αριστερό» κόμμα που δεν θα αποτελούσε κανέναν κίνδυνο για το ιμπεριαλιστικό-καπιταλιστικό παγκόσμιο σύστημα: «Τίποτα κακό δεν θα συμβεί στην Ευρώπη ή στις ΗΠΑ. Δεν θα υπάρξουν ζωτικές αλλαγές για τις ΗΠΑ… Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν σκοπεύει να εγκαταλείψει το ΝΑΤΟ ή να κλείσει αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις».
ΜΕΡΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Το θεωρητικό περιοδικό του κόμματος Εργασίας «Θεωρία και πράξη» αμέσως μετά τη δημιουργία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ είχε δημοσιεύσει ένα άρθρο με τίτλο «Η στάση της αριστεράς για τον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι τραγωδία αλλά ρεφορμισμός» και το συγκεκριμένο κείμενο ανέφερε τα εξής:
“Στις συζητήσεις για τον ΣΥΡΙΖΑ, υπήρχαν φυσικά στοχαστές που επέκριναν σκληρά τον ρεφορμισμό και την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τζέιμς Πέτρας ήταν ένας από αυτούς:
Καταρχάς, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είχε ορίζοντα να ξεφύγει από το ιμπεριαλιστικό δίκτυο. Ενώ η λαϊκή οργή και η αντίθεση κατά της κρίσης είχαν φτάσει σε αυτό το επίπεδο, ένα κομμουνιστικό κόμμα που θα ανταποκρινόταν σε αυτά τα αιτήματα του λαού θα μπορούσε να πείσει τα πλατιά στρώματα του λαού για τα επαναστατικά βήματα που έπρεπε να γίνουν για την υλοποίηση αυτών των αιτημάτων. Η έξοδος από την Ευρωζώνη σήμαινε ότι ο λαός θα έκοβε τον ομφάλιο λώρο του. Στρατηγικές επιχειρήσεις, ειδικά οι μεγάλες τράπεζες και αυτές που είχαν χαριστεί, θα μπορούσαν να εθνικοποιηθούν. Με λίγα λόγια, η λύση ήταν ο λαός να αναλάβει δράση και να κινητοποιηθεί για να εγκαθιδρύσει τη δική του οικονομία και τη δική του εξουσία. Χωρίς αυτό, δεν ήταν δυνατό να λυθεί η οικονομική κρίση στην Ελλάδα από την πλευρά του λαού. Δεν ήταν δυνατό να εξαρτάται κανείς από το ευρώ και τον ιμπεριαλισμό και να μην πέσει το βάρος της κρίσης στους εργαζόμενους.
Ήταν εύκολο να ανοικοδομηθεί μια οικονομία σε κρίση με μια τόση λαϊκή κινητοποίηση; Δεν ήταν εύκολο, αλλά ήταν δυνατό. Η επιτυχία εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, κυρίως από την εμπιστοσύνη στις μάζες και το κίνημά τους. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι χωρίς μια τέτοια προοπτική, χωρίς να στοχεύουμε στη δημιουργία των απαραίτητων συνθηκών για την υλοποίησή τους απλώς εκφράζοντας αιτήματα, δεν είναι δυνατόν να απαλλαγούμε από
το βάρος της κρίσης από την πλάτη των εργαζομένων. Η κατάσταση της σημερινής Ελλάδας, του ΣΥΡΙΖΑ και του Τσίπρα έχει καταδείξει για άλλη μια φορά αυτή την πραγματικότητα του ρεφορμισμού, παρά τις «νέες» μεταρρυθμιστικές ελπίδες στον 21ο αιώνα.
Για να υπερασπιστούμε πραγματικά τα αιτήματα του λαού, είναι απαραίτητο να τα εξετάσουμε μαζί με τις συνθήκες υλοποίησής τους, δηλαδή να εδραιώσουμε τη σύνδεσή τους με επαναστατικούς στόχους. Διαφορετικά, όλα τα προοδευτικά αιτήματα θα παραμείνουν ως όνειρα ελπίζοντας ότι θα υλοποιηθούν υπό την κυριαρχία του ιμπεριαλισμού και των μονοπωλίων. Σε ένα τέτοιο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, η υλοποίηση αυτών των αιτημάτων είναι είτε αδύνατη είτε μπορεί να υλοποιηθεί με πολύ περιορισμένο τρόπο.
Από αυτή την άποψη, μπορούν να εξαχθούν τα ακόλουθα συμπεράσματα από το αντεπαναστατικό ιστορικό ιδίωμα που βιώθηκε με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ:
Αν η υπεράσπιση των επειγόντων λαϊκών αιτημάτων δεν συνδυαστεί με έναν επαναστατικό ορίζοντα, δεν θα ξεπεράσει τα όρια των καπιταλιστικών-ιμπεριαλιστικών σχέσεων. Η πραγματική υπεράσπιση και διασφάλιση αυτών των αιτημάτων είναι δυνατή μόνο με ένα επαναστατικό πρόγραμμα. Αποδεχόμενος εξαρχής τα όρια της ΕΕ και της Ευρωζώνης, ο ΣΥΡΙΖΑ στην πραγματικότητα απέρριπτε τους όρους για την εφαρμογή των αιτημάτων που είχε θέσει.
Αυτό που παρουσιάστηκε ως «επιτυχία» του ΣΥΡΙΖΑ δεν ήταν στην πραγματικότητα τίποτα περισσότερο από την οργή και την αντίδραση του ελληνικού λαού. Ο ΣΥΡΙΖΑ στηρίχτηκε σε αυτό. Ανέκαμψε δίνοντας την εντύπωση ότι αγκαλιάζει αυτήν την οργή και την αντίδραση, και ήταν αυτός πάλι που τη σκότωσε. Αυτό που αποδόθηκε στον ΣΥΡΙΖΑ και την «επιτυχία» του ήταν η αντίσταση του λαού στις πολιτικές λιτότητας και την εθνική καταπίεση, και η επιμονή του ελληνικού λαού στην αντίσταση. Ενώ αυτή η οργή του ελληνικού λαού είναι ουσιαστική και πρέπει να υποστηριχθεί, δεν απαιτεί επαίνους και νομιμοποίηση του ρεφορμισμού του ΣΥΡΙΖΑ. Επειδή ο ΣΥΡΙΖΑ είχε χαράξει τον πολιτικό του οδικό χάρτη από την αρχή με τον ρεφορμισμό του, ο οποίος αγκάλιασε τα αιτήματα αλλά ισχυρίστηκε ότι τα υλοποιεί υπό την σκέπη του ιμπεριαλισμού. Πρόδωσε τον λαό κάνοντας το αντίθετο από τα αιτήματα που πρόβαλε, αλλά είχε διακηρύξει αυτή την προδοσία με το πολιτικό του πρόγραμμα από την αρχή. Επομένως, οι αντεπαναστατικές ενέργειες του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία δεν ήταν έκπληξη, αλλά είχαν προβλεφθεί από την αρχή και – εκτός αν υπήρχαν παράγοντες όπως η πολιτική παρέμβαση λαϊκών δυνάμεων κ.λπ. – ήταν αναπόφευκτες.
Ενώ μπορεί να αποτελέσει ένα προοδευτικό στοιχείο στη διαδικασία της πάλης με οικονομικές και δημοκρατικές απαιτήσεις σε κανονικές εποχές, ο ρεφορμισμός λειτουργεί για να σύρει την οργή και την αντίσταση του λαού στα όρια του συστήματος ενόψει ιστορικών περιόδων μετασχηματισμού και ευκαιριών. Ο ΣΥΡΙΖΑ διασφάλισε ότι το επαναστατικό κύμα, το οποίο ήταν ακόμη αδύναμο αλλά ακόμα στα σπάργανα στην Ελλάδα, υποστηρίχθηκε από «αριστερούς» λόγους κατά του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Από αυτή την άποψη, όταν λαμβάνεται υπόψη η πραγματικότητα του ΣΥΡΙΖΑ, η εκλογική του «νίκη» δεν ήταν νίκη του λαού αλλά ήττα. Ήταν μια αντεπαναστατική διαδικασία που δεν άνοιξε το δρόμο για τον σοσιαλισμό, αλλά εμπόδισε τον δρόμο προς αυτόν.
Δεν είναι δυνατόν να συμμετέχει κανείς σε μονοπωλιακά συνδικάτα όπως η ΕΕ, χωρίς να απορρίπτει τις συμφωνίες που αποτελούν τον λόγο ύπαρξής της, και να πραγματοποιεί ριζοσπαστικούς μετασχηματισμούς προς όφελος των εργαζομένων. Στον σημερινό κόσμο,
τέτοιες ιμπεριαλιστικές διεθνείς ενώσεις έχουν δημιουργηθεί για να υποδουλώσουν τον λαό. Με λίγα λόγια, η διάκριση μεταξύ «της Ευρώπης των μονοπωλίων και της Ευρώπης του λαού» που γίνεται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η κυριαρχία των μονοπωλίων και χωρίς να την προσεγγίζουμε με την προοπτική της εξάλειψής της είναι ψευδής. Δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατικός μετασχηματισμός παραμένοντας εντός αυτής και αποδεχόμενοι τα θεμέλιά της. Ακόμα κι αν υπάρξει επαναστατικός μετασχηματισμός σε ευρωπαϊκή κλίμακα, η νεοσύστατη ένωση θα είναι μια εντελώς διαφορετική ευρωπαϊκή ένωση από άποψη ποιότητας.
Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την εξουσία, οι έπαινοι που έλαβε για την πολιτική του πλατφόρμα και την οργανωτική του δομή, όχι μόνο από την Τουρκία αλλά και διεθνώς, αποτελούν ένδειξη της επικράτησης και της δημοτικότητας του ρεφορμισμού εντός της γενικής δημοκρατικής αντιπολίτευσης. Σε μια χώρα όπως η Τουρκία, όπου το τρέχον επίπεδο του ταξικού κινήματος είναι αρκετά χαμηλό, ο ρεφορμισμός μπορεί να μην θεωρείται κρίσιμο πρόβλημα σήμερα. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει. Στους τρέχοντες πολιτικούς αγώνες, αυτός ο ρεφορμισμός έχει χρησιμεύσει για να μπλοκάρει τόσο τον αντιφασιστικό αγώνα για τη δημοκρατία όσο και το ταξικό κίνημα σε διάφορες περιπτώσεις.
Με την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, ο «ενθουσιασμός» που βιώνουν τα αριστερά-μεταρρυθμιστικά κινήματα στην Τουρκία, πόσο μάλλον στην Ευρώπη, οι προσπάθειες της αριστερής αντιπολίτευσης, κυρίως του ÖDP και του HDP, να παρομοιαστούν με τον ΣΥΡΙΖΑ και να αυτοπροσδιοριστούν ως «ο ΣΥΡΙΖΑ της Τουρκίας», το γεγονός ότι πολλοί διανοούμενοι έχουν εξυμνήσει τον ΣΥΡΙΖΑ ως τη μεγάλη ελπίδα» του «αριστερού μετασχηματισμού» είναι σημαντικά για να δείξουν την ύπαρξη μιας έντονα μεταρρυθμιστικής γραμμής στον αγώνα για την εργασία και τη δημοκρατία, τον αντιιμπεριαλισμό και τον σοσιαλισμό στην Τουρκία. Αν και μπορούν να αναφερθούν πολλές ελλείψεις τόσο στο συνδικάτο όσο και στον αγώνα για τη δημοκρατία γενικότερα, μια από τις σημαντικότερες αδυναμίες του είναι ότι δεν έχει τον ορίζοντα να συνδέσει τα δικά του αιτήματα με την ανατροπή της μονοπωλιακής κυριαρχίας του κεφαλαίου και ένα πρόγραμμα λαϊκής εξουσίας, και παραμένει περιορισμένο σε μια μεταρρυθμιστική θέση υπό την κυριαρχία του μονοπωλίου του κεφαλαίου. Αυτή η έλλειψη ορίζοντα αποτελεί τη θεμελιώδη βάση του ενθουσιασμού του ΣΥΡΙΖΑ.
Από την άλλη πλευρά, το ενδιαφέρον είναι ότι, παρά την προδοσία που αποκαλύφθηκε ξεκάθαρα μετά από όλους τους μεγάλους επαίνους για τον ΣΥΡΙΖΑ και τις εκκλήσεις για μίμηση και υιοθέτησή του ως μοντέλου, δεν έγινε η παραμικρή αυτοκριτική.
Σε μια χώρα που εξαρτάται από τον ιμπεριαλισμό, τα βασικά αιτήματα που απαιτούν μια λίγο-πολύ ριζοσπαστική λύση μπορούν να τεθούν σε ρεαλιστική βάση μόνο όταν αντιμετωπίζονται με μια αντιιμπεριαλιστική και σοσιαλιστική προοπτική. Εάν τα αιτήματα του λαού και η καθημερινή αναταραχή δεν συνδυαστούν με τον ορίζοντα της καταστροφής της εξάρτησης από τον ιμπεριαλισμό, της κατάσχεσης των περιουσιών του μονοπωλιακού κεφαλαίου και των τραπεζών και της ανασυγκρότησης της οικονομίας της χώρας σε λαϊκή βάση, το αποτέλεσμα θα είναι ένας ορισμένος ρεφορμισμός. Ο σημερινός νεοφιλελεύθερος κόσμος και οι κινήσεις κεφαλαίων αφήνουν όλο και λιγότερες πιθανότητες επιβίωσης για έναν τέτοιο ρεφορμισμό. Η προσωρινή λύση των προβλημάτων εντός του συστήματος γίνεται όλο και πιο δύσκολη και η σημασία του επαναστατικού προγράμματος αυξάνεται. Αυτό ίσως υποδεικνύει μια σημαντική πιθανότητα, το αποτέλεσμα της οποίας δεν μπορεί να επιτευχθεί από τη μια μέρα στην άλλη. Είναι καθήκον της εργατικής τάξης, των
κομμουνιστών και του κόμματός τους να μετατρέψουν αυτή τη δυνατότητα σε πραγματικότητα.”
Σείτ Αλντογάν
Εκπρόσωπος Κόμματος Εργασίας (EMEP)
