Αλκμήνη Φιρτινίδου-Στεργίου

Τα συμπεράσματα από την περίοδο 2010-15 και απ’ το μακρύ καλοκαίρι του τελευταίου θα συνεχίσουν να μας απασχολούν για καιρό είτε ως βιωμένη εμπειρία είτε ως αποδέκτριες του απόηχου των γεγονότων. Ειδικά αν αναλογιστούμε πως η ελληνική αριστερά “τραυματίστηκε” ή/και στιγματίστηκε απ’ τις επιλογές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, θέτοντας στις οργανωμένες και στους ανθρώπους των κινημάτων ισχυρά ερωτήματα για τη σχέση τους με την αριστερά, για το μέλλον του σοσιαλισμού, για παραδοχές των ρευμάτων τους. Το κίνημα υποχώρησε ραγδαία και παρέμεινε για αρκετά χρόνια μουδιασμένο, οι οργανώσεις που (ανα)συγκροτήθηκαν ύστερα προσπαθούσαν να βρουν ξανά ένα βήμα, ενώ ένα μεγάλο ποσοστό δυνητικά ριζοσπαστικοποιημένου κόσμου στράφηκε σε πιο συντηρητικές πολιτικές. Ίσως δεν είναι άτοπο να αναρωτηθούμε αν την περίοδο αυτή η ριζοσπαστική Αριστερά αναμετρήθηκε με την επιβίωσή της. Αναπόφευκτα, όσο χάνεις την εμπλοκή και τον συντονισμό των κοινωνικών δυνάμεων που θα επέτρεπαν τη ρήξη, τόσο παλεύεις με την υποχώρηση ή ακόμη περισσότερο με την ιδεολογική ενσωμάτωση στο κυρίαρχο. 

Σήμερα βρισκόμαστε σε μια βαθιά κρίση αναπαραγωγής, πολλαπλών κρίσεων (εργασιακής, περιβαλλοντικής) και συρράξεων, αλλά και παρατεταμένης αμηχανίας συγκρότησης εναλλακτικής αφήγησης από μεριάς μας ενόσω η κοινωνική πλειοψηφία βυθίζεται στην ανασφάλεια και η ακροδεξιά επανεμφανίζεται ως αντισυστημική. Ωστόσο, μπορεί  η Αριστερά μας να αναζητά ακόμα τον τρόπο να συσπειρώσει και να δείξει τον δρόμο προς την αλλαγή του κοινωνικού συσχετισμού, αλλά η κρίση εκπροσώπησης αφορά και τη μεριά των κυρίαρχων, οι οποίοι επίσης αδυνατούν να φτιάξουν ένα ηγεμονικό αφήγημα για τις εργαζόμενες τάξεις που να μπορεί να παρουσιαστεί ως συμφέρον. Θέλω να καταλήξω επομένως στο εξής: η κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής συντηρεί, ήδη απ΄ το 2010, τους αντικειμενικούς όρους αποσταθεροποίησης της αστικής εξουσίας. Είναι οι όροι που καθιστούν δυνατό το ζήτημα της ριζοσπαστικοποίησης του κόσμου της εργασίας και της νεολαίας, που δημιουργούν προϋποθέσεις ριζώματος στη ριζοσπαστική, επαναστατική αριστερά και κάνει σήμερα αναγκαίο να μιλάμε ξανά για το μεγάλο “Κ” ως διέξοδο προς το χειραφετημένο μέλλον. Με άλλα λόγια, μπορεί η συνθηκολόγηση του ‘15 να διέλυσε τους συσχετισμούς και τη συγκρότηση που είχαν οικοδομήσει οι “από κάτω” την περίοδο ‘08-’15 αλλά δεν άλλαξε το πεδίο που διεξάγεται η μάχη. Και αν αυτό η Αριστερά μας μπορέσει να το αρθρώσει ξανά θαρρετά, τότε θα μπορέσει να ανακτήσει τόσο τις δυνάμεις της όσο και τη διείσδυσή της στις υποτελείς τάξεις. Η ανάγκη για έναν άλλον δρόμο είναι πιο πειστική από ποτέ και προκειμένου να τον περιγράψουμε και να μετατρέψουμε την υφιστάμενη κρίση (αναπαραγωγής) σε πολιτική μπορούμε να αντλήσουμε αρχικά από την περίοδο ‘10-’15 τι να μην επαναλάβουμε. Για να μπορέσουμε στη νέα συνθήκη ταξικής πάλης να συνδυάσουμε τα ανοιχτά μέτωπα του πρόσφατου παρελθόντος με τις νέες προκλήσεις: 1/το ζήτημα της ρήξης -ως μια σειρά ρήξεων- και το πώς μπορεί ένα αριστερό σχέδιο να εγγυηθεί την κοινωνική αναπαραγωγή σε σύγκρουση με το κεφάλαιο, 2/ η σχέση με το κράτος -η υποτίμηση της σημασίας της “θεσμικής υλικότητάς” του που αποτυπώθηκε και στην πρώτη περίοδο διακυβέρνησης και τώρα (Τέμπη), άρα χρειάζονται τομές προγράμματος, 3/ τα ερωτήματα για νέες μορφές δυαδικής εξουσίας (η απουσία αυτών των μορφών ή έστω η δημιουργία δομών κοινωνικού ελέγχου, οδήγησε είτε στην ενσωμάτωση είτε στην ήττα), 4/ η διπλή οριοθέτηση τόσο από λογικές κυβερνητισμού όσο και από προσεγγίσεις που δεν προσεγγίζουν μαχητά πολιτικά αιτήματα ή απτή ανατρεπτική στρατηγική στο σήμερα, 5/ η σημασία της δημοκρατικής λειτουργίας.

Πριν φτάσω στα βήματα που θεωρούμε ότι μπορούμε να κάνουμε για την επόμενη μέρα, να σταθώ λίγο στη δεκαετία που κάπως αποσιωπάται, του ‘15-’25. Εδώ μάλλον δεν θα βρούμε ιστορίες μεγαλειώδων κινημάτων αλλά περισσότερο μικρούς δον Κιχώτες που στον απόηχο της ήττας δεν αποστρατεύτηκαν αλλά παρέμειναν στην υπόθεση, (ξανα)έστησαν τους κοινωνικούς τους χώρους με την επίγνωση ότι η επιστροφή στη βάση είναι σε πρώτο χρόνο δρόμος κινηματικής ανασύνταξης και εντάχθηκε και νέος κόσμος σ’ αυτήν [..] Πέτυχαν και προχωρήματα, νίκες που έχουν μια αξία να αναφερθούμε σ’ αυτές (από τις έμφυλες διεκδικήσεις, τους περιβαλλοντικούς αγώνες, τις μάχες που δόθηκαν στα Πανεπιστήμια το ‘19, ‘21, ‘23, τα δημοτικά σχήματα). Η δε σπορά που έφτασε στο σημερινό προχώρημα της κίνησης εντοπίζεται και σ’ εκείνη τη δεκαετία όπου οργανώσεις και άνθρωποι του κινήματος από διαφορετικούς χώρους που ιεραρχήσουμε την ενότητα στο κίνημα βρέθηκαν μαζί σε συνδικαλιστικά σχήματα, σε κινήσεις, στις γειτονιές, μετασχηματίστηκαν αμφότεροι και έτσι δημιουργήθηκε το έδαφος ώστε να μπορέσουμε να προχωρήσουμε από κοινού: γιατί το συλλογικό δεν χτίζεται εγκεφαλικά αλλά στην πράξη με δημιουργικές διεργασίες μαζί με τις εργαζόμενες τάξεις και τους πληττόμενους που θέλουμε να εμπλέξουμε και όχι απλώς να εκφράσουμε.

Έχοντας πίστη λοιπόν εδώ πως η Αριστερά μπορεί να πείσει και να αντιληφθεί την κοινωνική κίνηση, μαθαίνοντας από τις εμπειρίες μας, να ρίξουμε το βάρος στην πρωτοβάθμια δουλειά και ανασυγκρότηση, επανεξετάζοντας τη προσέγγιση του κοινωνικού, μετατρέποντας τη σχέση με τον κόσμο της εργασίας σε οργανική. Αυτό περνάει από την ενεργή εμπλοκή στα συνδικάτα, στις σχολές, στα εγχειρήματα γειτονιών. Καθώς έχουμε ήδη κατακτήσει μεγάλο βαθμό συντοντονισμού και κοινής παρέμβασης στο κίνημα, να προβούμε σε άμεσο χρόνο σε ανοιχτή διαδικασία συγκρότησης μεταβατικού προγράμματος: όχι ως “τεχνοκρατικό σχέδιο” αλλά ως πολιτικοποίηση υπαρκτών κοινωνικών αιτημάτων. Συγκρότηση θέσεων πέρα από αντιθέσεων (υπεράσπιση δημόσιων αγαθών, υγείας, εργασίας, στέγασης), να αρθρωθούν ως βήματα που οδηγούν σε ρήξεις με το υπάρχον πλαίσιο εξουσίας – συγκροτώντας το κοινωνικό μπλοκ που θα παλέψει γι’ αυτό. Χρειάζεται επομένως η παρέμβασή μας να υπηρετεί μια νέα ενότητα του “κοινωνικού” με το “πολιτικό” η οποία θα θέτει αιχμές και θα συνομιλεί με τις κοινωνικές πρωτοβουλίες και πολιτικές συσπειρώσεις που συμμετέχουμε επιχειρώντας να τις διευρύνει, να διερευνήσει νέες μορφές, να ανανεώσει τις υπάρουσες μορφές οργάνωσης και ιδίως να αλληλοτροφοδοτείται με αυτές σε αιτήματα και πρακτικές. Το εγχείρημά μας να υπερασπίζεται μια διαφορετική φυσιογνωμία, λειτουργία και αισθητική, που σέβεται την αυτονομία των κινημάτων, και να είναι πραγματικά διαθεματικό. Έχοντας γνώση της σημασίας του στίγματος, να επιδιώξουμε να αντανακλά τα χαρακτηριστικά του κόσμου που θέλουμε να οργανώσουμε: της εργασίας, της επισφάλειας, των κινημάτων, εκείνου που υφίσταται έμφυλες καταπιέσεις, της νεολαίας. Και αυτό εξασφαλίζεται τόσο από την κοινωνική γείωση και την εμπλοκή σε αγώνες που διεκδικούν νίκες στο τώρα, όσο και από τη μέριμνα για δομές ισότιμης εμπλοκής, με επίγνωση των προνομίων που υπάρχουν και θα πρέπει να κάμπτονται συλλογικά, μακριά από προσωποκεντρικές λογικές.

Η προσπάθεια της κίνησης των οργανώσεων που συνδιοργάνωσαν και το διήμερο θέτει μια σειρά ενδιαφέροντων στόχων, πατώντας στις υπάρχουσες κοινές κατακτήσεις μας. Με τη φυσιογνωμία της Αριστεράς που περιγράψαμε και με κόμβο τη συσπείρωση όσο το δυνατόν ευρύτερου δυναμικού οργανωμένων και ανένταχτων με ισότιμους όρους, να προχωρήσουμε σε κατά τόπους συνελεύσεις με πανελλαδικό άπλωμα, ίδρυση του φορέα με νέο όνομα και στίγμα, βάθεμα των ανασυνθετικών διεργασιών και συλλογική διαμόρφωση προγραμματικών αξόνων και επεξεργασιών. Με τη διάθεση που πιστεύω πως έχουμε όλες εδώ, να κάνουμε ξανά μαζική πολιτική με νέους υλικούς όρους από και για τους από κάτω, με τη γνώση πως η πολιτική ηγεμονία δεν είναι σχέδιο που εκφωνείται αλλά ρίζωμα στην καθημερινή ζωή των κοινωνικών τάξεων. Μπορούμε να κρατήσουμε από αυτό το διήμερο εκδηλώσεων, το οποίο ήταν και η πρώτη εξώστρεφη παρουσία της πολιτικής κίνησης, πως το δυνατό δεν είναι καινοφάνεια, αλλά επανέρχεται και προϋποθέτει την ενεργοποίηση της μνήμης για να δοκιμαστεί στο παρόν και να δημιουργήσει σχέση με το μέλλον, επομένως ας μην διστάσουμε να περάσουμε από κοινού στους επόμενους κύκλους.